Skip to main content

Ο Χριστόδουλος της καρδιάς μας

27 Ιαν 2021 17:42

Ο Χριστόδουλος της καρδιάς μας

Η γέννηση, η πορεία και το δραματικό τέλος του

Δεκατρία  χρόνια από τον θάνατό Του.

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα

1. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στην Κυψέλη, κοντά στην Εκκλησία της Αγίας Ζώνης. 6 Ιανουαρίου 1939, ημέρα των Αγίων Θεοφανείων.

Οι ορθρινές καμπάνες των μεγαλόπρεπων Ναών των Αθηνών,καλούν τους ευλαβείς προσκυνητές στην τελετή του Μεγάλου Αγιασμού και του Αγιασμού των Υδάτων. Η γυναίκα του Παναγιώτη Παρασκευαΐδη, η ευσεβής οικοδέσποινα Βασιλική, στο άκουσμα της γλυκόηχης καμπάνας, κάνει τον Σταυρό της κι ασυναίσθητα στρέφει ευλαβικά το βλέμμα, προς το μέρος του γειτονικού Ιερού Ναού της Αγίας Ζώνης: «Συγχώραμε Χριστέ μου, που σήμερα δεν θα μπορέσω να τιμήσω τη χάρη σου».

Εκείνες τις ημέρες περίμενε παιδί και έπρεπε να παραμένει κλινήρης! Μετά από έξι αποτυχημένες εγκυμοσύνες, από την απόκτηση του πρώτου παιδιού της,του Γιάννη, πριν από 13 ολόκληρα χρόνια , περίμενε και πάλι παιδί. Η εγκυμοσύνη της, όμως, ήταν δύσκολη και έπρεπε να είναι προσεκτική.

Δεν πρόφθασε η ευσεβής μάννα να αποτελειώσει τα λόγια της τούτα και την ίδια στιγμή η κυρά Μαρία, η γειτόνισσά της, ξεπροβάλλει φωναχτά από το διπλανό σπίτι:

–«Βασιλική,Βασιλική..!»

–«Τι τρέχει;» ρωτά εκείνη τρομαγμένη. Κι η κυρά Μαρία, κάπως ανήσυχη της απαντά:

–«Ξύπνησα από ένα περίεργο όνειρο σήμερα. Δεν ήταν ίδιο με τ’άλλα. Ήταν ζωντανό, πολύ ζωντανό και παράξενο ημέρα που είναι. Είδα ότι είχες γεννήσει αγόρι. Επήρα λοιπόν κουφέτα και τα έβαλα σ’ένα μεταξωτό μαντήλι, με μια χρυσή λίρα και ήλθα να ράνω το παιδί και να του ευχηθώ. Στη θέση, όμως, του νεογέννητου, είδα ένα αγόρι μεγάλο-μεγάλο, έως τεσσάρων χρόνων, με μιαν άσπρη ποδίτσα, να έχει σταυρωμένα τα χέρια του· και να περπατάει στο δωμάτιο. Παραξενεύτηκα και είπα με το νου μου.

–Μπα, τόσο μεγάλο γεννήθηκε το παιδί της Βασιλικής;

Ένοιωσα μια αλλοιώτικια ευωδιά μοσχολιβάνου, να ξεχύνεται σ’όλο το δωμάτιο και το σπίτι, που έφθανε μέχρι τα βάθη της καρδιάς μου. Την ίδια στιγμή άκουγα και ολόγλυκες ψαλμωδίες. Λιτανεία σκέφθηκα, περνάει! Και αμέσως έτρεξα στο μέρος του δρόμου. Δεν πρόφθασα να κάνω λίγα βήματα και την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας Δεσπότης, ντυμένος με μία ολόχρυση φορεσιά. Μαζί του ερχόταν διάκοι και παπάδες ψάλλοντας. Ο Δεσπότης εζύγωσε κοντά στο παιδάκι, το ευλόγησε και το φίλησε. Έβγαλε το χρυσό εγκόλπιό του, το κρέμασε στο στήθος του μικρού, το πήρε στην αγκαλιά του και δείχνοντας το στους παπάδες φώναξε:

–Άξιος! Άξιος!

Σ’αυτές τις ψαλμωδίες ξύπνησα ανατριχιασμένη.

Λοιπόν σου λέγω, ότι θα γεννήσεις καλά, θα κάμεις ένα υγιέστατο αγοράκι και θα γίνει Δεσπότης».

Η σεμνή Βασιλική Παρασκευαίδη Σταυροκοπήθηκε!

— Μπα σε καλό σου βρέ Μαρία μου.. Τί να πώ .. Ο,τί θέλει ο Θεός ας γίνει», της είπε.

Αυτά μας εδιηγείτο ο αείμνηστος Μεγάλος Αρχιεπίσκοπός μας Χριστόδουλος, κάθε φορά που θυμότανε τα παιδικά του χρόνια.

 Στις 17 Ιανουαρίου, ημέρα της γιορτής του Αγίου Αντωνίου, ο χαρμόσυνος ήχος των καμπάνων συναντάται με το πρώτο κλάμμα του νεογέννητου αγοριού, στο νοσοκομείο Ελενα. Μόλις γεννήθηκε το παιδί και το ετοίμασε η μαία πήρε το χεράκι του, το φίλησε και από τα χείλη της κύλησαν τούτες οι λέξεις:

–«Να σου φιλήσω το χέρι κι όταν γίνεις Δεσπότης, αγόρι μου».

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε. Κι όταν για πρώτη φορά ο Χριστόδουλος ήλθε ως Αρχιερεύς να λειτουργήσει στην Αθήνα, στον Προφήτη Ηλία Παγκρατίου, όπου ήταν η περιοχή που εμεγαλούργησε με το πνευματικό έργο του , η απλοϊκή εκείνη γυναίκα, κυρτωμένη από τα χρόνια, βαθειά συγκινημένη και δακρυσμένη ήλθε στην Εκκλησία, ύψωσε ταπεινά το χέρι της, για να πάρει το αντίδωρο από τα χέρια του και με τρεμάμενη φωνή του φώναξε:

 –«Και να που μ’αξιώνει ο Θεός, αυτή τη στιγμή να σου φιλήσω το χέρι Δεσπότη μου».

Τον πλησίασε και με δάκρυα πολλά έβρεξε το Δεσποτικό του χέρι και ευλαβικά το φίλησε. Ήταν το πρώτο παιδί, που από τα χέρια της ήλθε στον κόσμο.

Απ’αυτή τη στιγμή αρχίζει να γράφεται η Ιστορία του μικρού Χρήστου, του μετέπειτα Χριστόδουλου (Παρασκευαίδη).

Από μικρό παιδί, δείχνει μία ακατανίκητη κλίση στην ιερωσύνη.

«Από μικρό παιδάκι, μας εδιηγείτο συχνά ο ίδιος, αισθανόμουν τη μεγαλύτερη ηδονή να πηγαίνω στην Εκκλησία και να βλέπω από κοντά τους ιερείς. Ήταν τότε μεγάλοι άνθρωποι, άγιοι και επιβλητικοί, οι ιερείς μας».

Τον ευχαριστούσε στο σπίτι, αντί για παιγνίδι, να κάνει μόνος του λειτουργίες και λιτανείες, παριστάνοντας τον Ιερέα.

Τελειώνει το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο- Λύκειο της εποχής, στη Λεόντειο, με άριστα. Είναι ο καλύτερος μαθητής και τα Γαλλικά τα μιλούσε σαν μητρική γλώσσα.

Οι Freres, oι πατέρες που δίδασκαν και είχαν την ευθύνη του σχολείου δεν προλαβαίνουν να στέλνουν συγχαρητήρια για το μικρό Χρήστο Παρασκευαίδη,στους γονείς του.

 Στην Κυψέλη μένει με την μητέρα του, τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο κατά 13 χρόνια αδελφό του Γιάννη.

Η βαθειά κλίση του για το ιερατικό στάδιο εμφανίσθηκε νωρίς και πάντα τον ακολουθεί. Εκτός από την μητέρα του, οι λοιποί συγγενείς του και κυρίως ο πατέρας του, αντιδρούν για την κλίση του αυτή, ίσως για να φανεί με την αντίδρασι τούτη η γνησιότητα της. Η σφοδρή όμως επιθυμία του μικρού Χρήστου ,αποδεικνύεται ως «Θεία κλήσις», που μπροστά της υποκύπτει οποιαδήποτε αντίδραση.

Η γνωριμία του και η πνευματική συναναστροφή του με τον δόκιμο Ιεροκήρυκα πατέρα Καλλίνικο Καρούσο(ιδρυτή της αδελφότητας «Χρυσοπηγή» και μετέπειτα Μητροπολίτη Πειραιώς),υπήρξε καθοριστική για την περαιτέρω πορεία του.

Έτσι, για να κάνει τη χάρη στον επίμονο πατέρα του Παναγιώτη, που ήθελε να τον καμαρώσει δικαστή ή πανεπιστημιακό καθηγητή, δίνει εξετάσεις στη Νομική Αθηνών,στην οποία περνάει επιτυχώς μέσα στους τρείς πρώτους. Παράλληλα περιβάλλεται το Μοναχικό σχήμα και χειροτονείται διάκονος το 1961, από τον δυναμικό και πνευματικό Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο. Από τη Νομική Σχολή αποφοιτά ένα χρόνο αργότερα και γράφεται στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Ο Χριστόδουλος,εκτός από τις πανεπιστημιακές του σπουδές έχει αρχίσει το ιεραποστολικό έργο.

Ακολουθώντας τους πατέρες Καλλίνικο Καρούσο και Αμβρόσιο Λενή( νύν Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας) μεταβαίνουν στα Αγια Μετέωρα και εγκαθίστανται στη Μονή Βαρλαάμ. Σε λίγο προστίθεται στην αδελφότητα και ο μέχρι πρότινος Μητροπολίτης Κίτρους Αγαθόνικος Φατούρος. Η Μονή Βαρλαάμ μετατρέπεται σε κέντρο πνευματικότητας και ιεραποστολής. Απ´όλη τη Θεσσαλία μεταβαίνουν χιλιάδες πιστοί στη Μονή Βαρλαάμ, για λειτουργηθούν και να ακούσουν το θείο κήρυγμα των Πατέρων της Μονής.

Σε λίγο, ο φθόνος αρχίζει να ροκανίζει τα θεμέλια της φωτισμένης αυτής αδελφότητας.

Ο σκληρός και αυστηρός Μητροπολίτης Τρίκκης Διονύσιος, οδηγείται σε αντιπαράθεση με τον Καλλίνικο και μοιραία με όλη την Αδελφότητα.

Έτσι οι τρείς πατέρες Καλλίνικος, Αμβρόσιος και Χριστόδουλος αποφασίζουν να αποχωρήσουν από τα Μετέωρα.

Στη συνέχεια μεταβαίνουν στο Παγκράτι όπου δραστηριοποιούν εκ νέου την Αδελφότητα που είχε ιδρύσει ο Γέροντας Καλλίνικος , την «Χρυσοπηγή».

Το δεύτερο σκαλοπάτι στην ιεραρχία του κλήρου το ανεβαίνει σε λίγα χρόνια, το 1965 και πριν πάρει το πτυχίο της Θεολογίας( 1967).

Ο τότε ισχυρός και λόγιος μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας,δεν θέλει να χάσει τον Χριστόδουλο και τον χειροτονεί σε πρεσβύτερο, και ταυτόχρονα του απονέμει το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Ο Βαρνάβσς είχε ξεχωρίσει από νωρίς τον νέο φέρελπι κληρικό Χριστόδουλο και ήθελε να τον εντάξει, εξ αρχής, στην ομάδα κληρικών που προστάτευε και προωθούσε για την επόμενη ημέρα.

Αυτή την όμορφη περίοδο της ζωής του την αφιερώνει ο Χριστόδουλος στην πνευματική σπορά .

 Το προσκλητήριο σάλπισμα της Εκκλησίας, τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή.

Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Α´,με εντολή του, αποσπά κατόπιν κληρώσεως, όλους τους νέους Ιεροκήρυκες στην επαρχία και μάλιστα στις εσχατιές της Ελληνικής επικράτειας. Ο Αρχιμανδρίτης Χριστόδουλος Παρασκευαίδης, αποσπάται στη θέση του ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Κιλκισίου. Εδώ υπηρετεί για λίγο διάστημα, δίπλα στον φλογερό και ρηξικέλευθο Μητροπολίτη Χαρίτωνα. Σε λίγο,και μετά από την δοκιμασία ειδικών εξετάσεων–προφορικών και γραπτών– έρχεται πρώτος από όλους τους συμμετέχοντες και του ανατίθενται καθήκοντα Γραμματέως της Συνόδου.

Ο ίδιος ο Χριστόδουλος, αργότερα διηγείται ότι το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής του ήταν το διάστημα που υπηρέτησε στη Σύνοδο. Από το 1967 έωσ το 1974. Ευτύχησε μάλιστα να υπηρετήσει κοντά σε δύο Αρχιεπισκόπους( Ιερώνυμο Ά και Σεραφείμ) και να διδαχθεί και από τους δύο τα καλύτερα αποστάγματα της σοφίας και εμπειρίας τους.

Ο Χριστόδουλος πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε δεξιό βραχίονα του τότε σπουδαίου Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α ´, ο οποίος υπήρξε μεγάλος οραματιστής. Με εξαίρεση τον τρόπο εκλογής του και κάποιες αδόκιμες και αβασάνιστες αποφάσεις του τις οποίες έλαβε παρασυρόμενος και αυτός Απο κακός συμβούλους , ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α ´ ήταν ο αναμορφωτής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Με τις αλλαγές που επέφερε στη διοίκηση της Εκκλησίας και στους κανονισμούς διοίκησης,άλλαξε ριζικά την πορεία της και έτσι πορεύεται μέχρι σήμερα.

Ο Ιερώνυμος Α ´, είχε εκτιμήσει τις γνώσεις και τα ταλέντα του Χριστόδουλου και τον εμπιστευότανε τυφλά και να σκεφτεί κανείς ότι ο Χριστόδουλος ήταν μόνο 28 ετών.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, έλεγε στους άμεσους συνεργάτες του, ότι όταν συμπλήρωνε ο Χριστόδουλος την εκ του νόμου προβλεπόμενη ηλικία , θα τον προήγαγε εγκαίρως σε Μητροπολίτη.

Επιπλέον λίγοι γνωρίζουν ότι τις περίφημες επιστολές που ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έγραψε και απηύθυνε στο τότε δικτατορικό καθεστώς και προσωπικά στον Γεώργιο Παπαδόπουλο, οι οποίες έγιναν ευρύτερα γνωστές μετά την παραίτησή του( από την δημοσίευσή τους στο βιβλίο του » Το Δράμα ενός Αρχιεπισκόπου»,) υπαγορεύοντο από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, στον τότε Γραμματέα Χριστόδουλο που τις έγραφε με ταχύτητα στη γραφομηχανή.

Όταν παραιτήθηκε ο Ιερώνυμος Α ´ , εξελέγη Αρχιεπίσκοπος ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ. Μία εκλογή που εξέπληξε τους πάντες την εποχή εκείνη. Ο Σεραφείμ ήταν ένας άνθρωπος που ενώ δεν το έδειχνε εκ πρώτης όψεως, έμελλε να εξελιχθεί ως τον ισχυρότερο και μακροβιότερο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τον τιμονιέρη εκείνο που οδήγησε την Εκκλησία της Ελλάδος μέσα από συμπληγάδες σε ασφαλές λιμάνι.

Ο Χριστόδουλος ευθύς ως ανέλαβε ο Σεραφείμ τα καθήκοντά του, του υπέβαλε την παραίτησή του για να τον διευκολύνει.

Ο Σεραφείμ τον κάλεσε αμέσως στο γραφείο του και με το γνωστό ύφος , του είπε:

— Ποιός σου είπε να φύγεις απ´αυτή τη θέση σου, βρε παλληκάρι; Εγώ σε χρειάζομαι! Κι η Εκκλησία σε χρειάζεται! Κι εσύ θέλεις να την κοπανήσεις;; Δεν γίνεται… Μείνε εκεί που είσαι και τη μάχη θα τη δώσουμε μαζί!

Πράγματι ο Χριστόδουλος με την εμπειρία που είχε πλέον αποκτήσει,»φορτώθηκε» ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης, της νέας τάξης πραγμάτων της διοίκησης της Εκκλησίας στη Σύνοδο.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τον εμπιστεύεται εξ αρχής τυφλά και δεν υπογράφει κανένα υπηρεσιακό έγγραφο ,αν προηγουμένως δεν το έχει δεί ο Χριστόδουλος.

Ένα μεσημέρι και ενώ ο Χριστόδουλος γράφει πυρετωδώς τα πρακτικά της Συνόδου της Ιεραρχίας που εκείνη την εποχή συνεδρίαζε πρωί και απόγευμα, για να προλάβει να τελειώσει τη θεματογραφία, τον πλησιάζει ο πανίσχυρος τότε Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων(Καρανικόλας) και του λέγει στοργικά:

— Κάνε λίγη υπομονή ακόμη Χριστοδουλάκι… Έρχεται και η δική σου η σειρά!

— Τί εννοείτε Γέροντα, του λέγει σαστισμένος ο Χριστόδουλος..

— Περίμενε και θα δείς!Του απαντά ο Γέρων Κορίνθου!

Πράγματι μία εβδομάδα μετά κι ενώ ο Χριστόδουλος ήταν στη Μονή της Χρυσοπηγής στο Καπανδρίτι κι έχτιζε μαζί με τους άλλους πατέρες ένα μαντρότοιχο, του τηλεφωνεί ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ και του ζητεί να μεταβεί αμέσως, στην εξοχική του κατοικία στον Μαραθώνα! Ο Χριστόδουλος τρόμαξε με αυτή την αναπάντεχη πρόσκληση, δεδομένου ότι είχε φύγει από τον Αρχιεπίσκοπο μερικές ώρες νωρίτερα και δεν είχε αφήσει πίσω του κάποια εκκρεμότητα. Ο Χριστόδουλος πήγε ως όφειλε στον Αρχιεπίσκοπο και ήταν τότε που άκουσε την απόφαση του Σεραφείμ που τον άφησε άφωνο:

— Άκουσε ρε παλληκάρι, του είπε! Το διάστημα αυτό σε γνώρισα καλά! Είσαι ικανός και άξιος κληρικός με πολλά τάλαντα! Πιστεύω ότι ήλθε η ώρα να προαχθείς κι εσύ σε Μητροπολίτη. Κάνουμε τόσους και τόσους που δεν έκαναν και τίποτα σπουδαίο για την Εκκλησία κι εσύ που γράφεις τα πάντα κι είσαι στο πόστο σου κάθε μέρα συνεπής και μάλιστα από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, κάθεσαι και βλέπεις τους άλλους να ανεβαίνουν. Το είπαμε και με τους άλλους αδελφούς οι οποίοι συναινούν όλοι γιαυτό το γεγονός! Έχεις εργασθεί σκληρά και σου αξίζει.

Ο Χριστόδουλος επί τω ακούσματι και μόνον του αγγέλματος αυτού, λιποθύμησε! Δεν το περίμενε!

Όταν συνήλθε ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ να προηγηθεί ο Γέροντάς του, ο Καλλίνικος και μετά να πάρει σειρά αυτός!

— Ο Σεραφείμ θύμωσε!

Δεν γίνονται αυτά, του λέγει! Οι Αρχιερείς αποφάνθηκαν υπέρ εσού! Θα έλθει και η ώρα του Καλλίνικου αργότερα…

— Ο Χριστόδουλος έσκυψε εδαφιαίως και πήρε την ευχή του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος στο μεταξύ τον ρώτησε κάτι τελευταίο:

— Δε μου λές πού θάθελες να πάς.. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Καρδίτσα, για Θεσσαλιώτιδος ή στο Βόλο ,που έχει και θάλασσα; Λέγε τώρα γιατί πρέπει να το κλείσουμε αυτό απόψε και να ενημερώσω και τους άλλους Αρχιερείς!

— Ε, να πάω στον Βόλο Μακαριώτατε ,που έχει και θάλασσα.. Του απάντησε…

— Α ρε πονηρέ…Εντάξει… Να πάς στην Δημητριάδος που έχει και θάλασσα! Καλορίζικος!

Ο Χριστόδουλος έφυγε από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μία πετούσε από τη χαρά του και από την άλλη δεν ήξερε πώς θα το πεί στον Γέροντά του Καλλίνικο!

Και δεν έκανε λάθος!

Όταν έφτασε στη Μονή και είπε τα καλά νέα, τότε ήλθε η ώρα να λυποθυμήσει ο Καλλίνικος, όχι βέβαια από τη χαρά του αλλά από τη στενοχώρια του, που ο Χριστόδουλος θα γινότανε Μητροπολίτης πριν απ´ αυτόν!

Ο Χριστόδουλος επεχείρησε να τον παρηγορήσει και να του πεί ότι έρχεται και η δική του ώρα , όπως ακριβώς του είπε ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ.

Έτος 1974.

Στις 11 Ιουλίου, σε ηλικία 35 ετών,εκλέγεται Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρου και στις 14 Ιουλίου, χειροτονείται Επίσκοπος, στην Παναγίτσα φαλήρου, στην οποία υπηρετεί ως Ιερατ. Προϊστάμενος. Στην θέση τούτη άστραψε σ’όλους τους τομείς η πολύπλευρη και πολυσχιδής προσωπικότητά του.

Συνεχίζει την εθνική του δράση και προσφορά ως αρχιερεύς. Η εκλογή του σε Μητροπολίτη Δημητριάδος κι Αλμυρού,αποτελεί σταθμό για την πολυκύμαντη ζωή του. Η άφιξή του στο Βόλο, συνοδεία του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ και η ενθρονιστήριος τελετή στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Βόλου έγραψαν ιστορία. Εδώ στον όμορφο Βόλο, δίδει τον εαυτό του θυσία στο βωμό της Κοινωνίας της Μαγνησίας και όλης της Θεσσαλίας. Δουλεύει σκληρά για την αγαπημένη του Μητρόπολη μέχρι τις 28 Απριλίου 1998.

Την ημέρα αυτή η Ιεραρχία της Εκκλησίσς τον τιμά για τα ταλέντα και την προσφορά του και τον εκλέγει Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, μέσα από μία καθαρή και έντιμη διαδικασία. Είναι ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος Αρχιεπίσκοπος, χωρίς την άνωθεν παρέμβαση της Πολιτείας.

xristodoulos2

Ο ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΗΣ

Πηγαία και έμφυτη η δυναμικότητα του Χριστόδουλου για δημιουργία και διοίκηση, κινούμενη μέσα στους ιδιόμορφους κόσμους μιας πρωτότυπης αγάπης, όπως ο ίδιος την ζούσε και την ένοιωθε και η οποία τον ανεβίβασε πολύ ψηλά, στα αιθέρια ύψη ενός ιδανικού ποιμενάρχη που ακόμη μέχρι σήμερα 8 χρόνια από την κοίμησή του, τον καθιστούν αναντικατάστατο και μοναδικό!

«Ό Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, γράφει λόγιος δημοσιογράφος των Αθηνών, υπήρξε ως ποιμενάρχης υπόδειγμα πατρός φιλόστοργου και αυστηρού, τρυφερού και απόλυτου. Διαθέτων μεγάλες ηγετικές αρετές, οργανωτική ικανότητα σπάνια, κατόρθωνε να μεταμορφώνει σε έργα όλες τις ωραίες και υψηλές σκέψεις του για το καλό του ποιμνίου του. Ανέπτυξε τεράστια φιλανθρωπική δραστηριότητα. Εκατοντάδες κληρικών και επιστημόνων όλων των κλάδων, πολλά οφείλουν στον εμπνευσμένο αυτό Πρωθιεράρχη».

Από τότε που είναι ακόμη απλός ιεροκήρυκας , δίδεται στον ωραίο αγώνα της δημιουργίας και της ιεραποστολής.

«Υπήρξεν ο συνεχιστής του έργου των μεγάλων παλιών Ιεραρχών αλλά και ο Πρόδρομος μιας νέας γεννιάς φωτισμένων Ιεραρχών με σύγχρονη αντίληψη στη διοίκηση της Εκκλησίσς. Δεν είναι τυχαίο που είχε ιδρύσει στην επαρχία του από την πρώτη στιγμή που πήγε το 1974, ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γηροκομείο παιδικές στέγες, κατασκηνώσεις και άλλα ευαγή ιδρύματα» αναφέρει για τον Χριστόδουλο ο εκλεκτός δημοσιογράφος- Εκδότης Σταύρος Ψυχάρης, εκ των στενών συνεργατών και φίλων του .

Η επάξια εκλογή του Χριστόδουλου, σε ηλικία μόλις 35 ετών, σε ποιμενάρχη Δημητριάδος και Αλμυρού, σημαίνει γι’αυτόν μια πρωτοφανή εκστρατεία αναδημιουργίας για την ιστορική επαρχία σ’όλους τους τομείς της Θρησκευτικής και φιλανθρωπικής δράσεως αλλά και ένα στοίχημα: να πετύχει( διότι ζούσαν και οι δύο προκάτοχοί του Δαμασκηνός και Ηλίας), και να δικαιώσει τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ για την επιλογή του.

Στο Βόλο βρίσκει έναν τόπο εγκαταλελειμμένο, έναν αγρό ακαλλιέργητο, έναν λαό διχασμέμο.Η γη όμως, είναι εύφορη και οι καρδιές ωραίες. Γι’αυτό και προσφέρει ολόκληρο τον εαυτό του για την αναζωογόνηση της Μητρόπολης Δημητριάδος.

Οργανώνει την ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια με τα φιλόπτωχα ταμεία των Εκκλησιών, μοναδική εκδήλωση αγάπης για τους πάσχοντες συνανθρώπους. Αναδιοργανώνει τον μοναχισμό και ενισχύει την ιιδρυση νέων Μονών και την επάνδρωση των παλαιών. Προερχόμενος ο ίδιος από Μοναχική αδελφότητα, μετατρέπει τις Μονές σε πραγματικούς σταθμούς πνευματικού ανεφοδιασμού, για τους ταλαίπωρους αγωνιστές της κοινωνικής βιοπάλης.

Τρανή ένδειξη Των ευγενών αγώνων και μεγάλων θυσιών του στην επαρχία που ανέλαβε να ποιμάνει είναι το Οικοτροφείο της Μητρόπολης που ίδρυσε ο προκάτοχός του Δαμασκηνός Χατζόπουλος. Σ’αυτό συντηρεί και μορφώνει άπορα και ορφανά παιδιά. Πολλοί από τους τροφίμους του ιδρύματος τούτου ανεδείχθησαν διαπρεπείς επιστήμονες, κληρικοί ακόμη και ιεράρχες και ετίμησαν και τιμούν ακόμη την Ελλαδική κοινωνία και Εκκλησία. Το ίδρυμα τούτο, δυστυχώς, δεν επετέλεσε καθ’ολοκληρία τον προορισμό του, όπως τον είχε οραματισθή τόσον ο ιδρυτής του όσον και ο συνεχιστής του Χριστόδουλος δεδομένων των συνθηκών της ζωής που άλλαζαν με ταχύτατους ρυθμούς.

Το δημιουργικό πέρασμα του Χριστόδουλου από τον Βόλο, παραμένει μέχρι σήμερα ανεξίτηλο. Σήμερα σώζονται ακόμη τα πολλά και πολλαπλά έργα του, μάρτυρες μιας απέραντης αγάπης και συνεχούς ενδιαφέροντος φιλόστοργου πατέρα στο αγαπημένο του ποίμνιο.Πριν εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ολοκλήρωσε και παρέδωσε το νέο Επισκοπείο και το Συνεδριακό Κέντρο, έργα ζωής για τον Χριστόδουλο, τα οποία δεν πρόλαβε να χαρεί και να απολαύσει! Τα παρέδωσε έτοιμα με το κλειδί στο χέρι, στον διάδοχό του Ιγνάτιο.

«Δεν φαντάζομαι να αγαπήθηκε ποτέ ιεράρχης από το ποίμνιό του τόσο, όσο από τον λαό του Βόλου και όλης της Μαγνησίας αλλά και ούτε άλλος Μητροπολίτης να αγάπησε τόσο πολύ το ποίμνιό του, όσο ο Χριστόδουλος» μας εκμυστηρεύτηκε προσφάτως ο διαπρεπής Νομικός Δημήτρης Παπαϊωάννου εκ Βόλου, προσωπικός του φίλος.

Και ο ακάματος οικοδόμος κορυφώνει τη δράση του ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Εδώ τον τάσσει η πρόνοια του Θεού να τον υπηρετήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πρώτο μήνυμα- δήλωση που στέλλει προς τον Ελληνικό λαό, «άμα τη εκλογή του», ο αοίδιμος Ποιμενάρχης, ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος είναι ύμνος αγάπης και τιμής προς τον ελληνικό λαό :
» Προς τον ευσεβή, φιλοπάτριδα, τον ήρεμο, τον αγαθό, τον φιλοπρόοδο, τον εργατικό και φιλότιμο ελληνικό λαό, που ποτίζει με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου του και της εργασίας του, την ευλογημένη ελληνική γή απ´άκρου εις άκρον και τιμά το όνομα της Ελλάδας εις την ξένη, εύχομαι από βάθους της ψυχής μου να είναι πάντοτε σκεπασμένος με την ευλογία του Θεού και την αγάπη της πατρίδος».

Με όλες του τις δυνάμεις, σωματικές και πνευματικές, αγωνίζεται για ν’ανυψώσει το πνευματικό και θρησκευτικό επίπεδο του λαού των Αθηνών.

Ο αγώνας τραχύς. Γιατί στην αθηναϊκή γή, υπάρχουν ακόμη φυτρωμένα τα ζιζάνια του κόκκινου σποριά, τα ζιζάνια της αμφισβήτησης και της φθοράς. Δεν είναι τυχαίο που ένα μήνα μετά την εκλογή του σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κι ενώ βρισκότανε στο Βόλο για τη μνήμη του Αγίου Κωνσταντίνου( 20 και 21 Μαίου 1998),είχε πεί στην ομιλία του τότε:

–» Δεν είναι ούτε μήνας από τότε που έφυγα από κοντά σας και ήδη νοιώθω άσχημα μακριά σας γιατί εκεί που βρίσκομαι είναι σα να βρίσκομαι στο λάκκο των λεόντων.!! Ναι μέσα σε ένα λάκκο γεμάτο με επικίνδυνα και φαρμακερά φίδια και λιοντάρια, που είναι έτοιμα να μας κατασπαράξουν».

Και τότε είχε γίνει ο πρώτος χαμός στα δελτία ειδήσεων των τηλεοράσεων. Έπαιζαν για μέρες αυτή τη δήλωση.

Απτόητος από τις αντιδράσεις και την άσκοπη πολεμική κακόπιστων αντιπάλων, αγωνίζεται με σθένος και συνέπεια ιερή, για να επιτύχει μια τεράστια και πρωτοφανή καρποφορία Εκκλησιαστικής δραστηριότητας, αντάξια με την Ιστορία του Πρώτου θρόνου των Αθηνών.

Και το πετυχαίνει.

«Η Εκκλησία της Ελλάδος, επανευρίσκει στο πρόσωπο του νέου Αρχιεπισκόπου, την παλιά εκείνη λάμψη του θρησκευτικού μεγαλείου, της παράδοσης, του αλτρουισμού, της φιλανθρωπίας και της πνευματικότητος. Δροσερός άνεμος δημιουργίας πνέει σ’ολόκληρο την Ελλάδα», γράφει σε κύριο άρθρο της μεγάλη εφημερίδα των Αθηνών.

Με την ανάληψη των αρχιεπισκοπικών του καθηκόντων, καταρτίζει εκλεκτό επιτελείο κληρικών και λαϊκών συνεργατών. Είναι οι πρώτοι μαθηταί του· η μικρά ζύμη που όλο το φύραμα θα ζυμώσει. Πολύ σύντομα χειροτονεί επιστήμονες κληρικούς και πληρώνει τις υπάρχουσες κενές θέσεις με ευσεβείς λευΐτες. Ο πόθος του ο ιερός για την απόκτηση μορφωμένων κληρικών ήταν κάτι που τον καθοδηγούσε από τότε που ήταν Μητροπολίτης Δημητριάδος κάτι που συνεχίζεται και στη νέα του θέση και αποστολή.

Η αγάπη του για το ιερατείο είναι μοναδική. Γι’αυτό κι ο κλήρος, όχι μόνο της Αθήνας αλλά ολόκληρης της Ελλάδας, τον λατρεύει αληθινά και σ’όλους τους αγώνες του είναι βοηθός και αρωγός του. Και με τέτοιους σωστούς κληρικούς και πιστούς συνεργάτες, συνεχίζει τη δράση του.

Μεγίστη είναι η συμβολή του και στη διάδοση του θείου λόγου. το Γραφικό «Πώς δε κηρύξουσιν εάν μη αποσταλώσι;» τον εμπνέει για τη σύλληψη των Ιεραποστολικών του σχεδίων. Δημιουργεί επίλεκτο σώμα φλογερών ρασοφόρων ιεροκηρύκων οι οποίοι οργώνουν όλους τους ναούς της αχανούς Αρχιεπισκοπής.

Το πέρασμα τούτο από τη διψασμένη κοινωνία,σκορπίζει δροσιά, φώς, χαρά και παρηγοριά στο λαό μας, στους ανθρώπους του ιδρώτα και του μόχθου. Το κήρυγμα κατά τρόπο θαυμαστό οργανώνεται σ’όλους τους Ναούς . Επιστρατεύει Κληρικούς και λαϊκούς Θεολόγους και με την αγάπη του την Πατρική μετατρέπει τούτους σε θείους σποριάδες, που κάθε Κυριακή και γιορτή στις Εκκλησιές σπείρουν τις Ναζωρινές αλήθειες στις εύπλαστες νεανικές, κυρίως, καρδιές. Μα και το δικό του κήρυγμα δεν λείπει ποτέ!

Τα Κατηχητικά Σχολεία, σ’όλες τις ενορίες της Αρχιεπισκοπής επανακτούν την παλιά άνθηση και ακμή τους. Απλοϊκοί αλλά και μορφωμένοι κληρικοί, ζυμωμένοι στο σχολείο της ζωής και φωτισμένοι με την ουρανόσταλτη σοφία, κοντά στον Χριστόδουλο, αναβιώνουν τον παπά-δάσκαλο του κρυφού Σχολείου μέσα στο νάρθηκα των Εκκλησιών. Κι είν’όμορφη, ζεστή κι ελκυστική η εικόνα τούτη του νάρθηκα-Σχολειού και του σεβάσμιου παπά-δασκάλου για το παιδί.

Ο ανθρωπισμός του Χριστόδουλου, δείγμα ψυχής ευγενικής και ανωτερότηταα ηθικής κι η αγάπη του η υπέρμετρη για τον άλλο, τον άνθρωπο του πόνου, τον οδηγεί σε μια από τις πιο όμορφες δημιουργίες της ζωής του. Την οργάνωση κατά πρωτοποριακό τρόπο, των Φιλόπτωχων ταμείων στους ενοριακούς Ναούς.

Τα ταμεία αυτά από τότε μέχρι σήμερα γλυκαίνουν τους πόνους, σπογγίζουν τα δάκρυα, επουλώνουν τα τραύματα και γίνονται οι καλοί Σαμαρείτες της ζωής ιδιαίτερα αυτή την εποχή που η πατρίδα μας δοκιμάζεται και ο λαός μας υποφέρει.

Κι έτσι ο Χριστόδουλος, όχι μόνο το λόγο αλλά και τον πόνο καλλιτεχνεί.

Αλλά και σαν λειτουργός κατακτά τις καρδιές των πιστών.

Τυπικότατος κατά το Παυλικό «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω», προσπαθεί με την κοινή λατρεία να μεταρσιώνεται και να μεταρσιώνει σε κόσμους εξωγήινους και σε ατμόσφαιρα θρησκευτική τον εαυτό του και τους πιστούς. Ανεξίτηλες μένουν στη μνήμη των φιλακολούθων οι θαυμαστές σε θέαμα, κατάνυξη και τάξη λειτουργίες,εσπερινοί, θρησκευτικές τελετές πομπές, λιτανείες, αναπαραστάσεις, τόσο στο Μητροπολιτικό ναό των Αθηνών και τις άλλες Εκκλησίες, όσο και σε όλη την Ελλάδα, όπου παρίσταται. Ανώνυμος βιογράφος του Χριστόδουλου, απ´ αυτούς που τον παρακολουθούν από τα πρώτα του βήματα, αναφέρει το εξής χαρακτηριστικό:

«Ο λαός και κυρίως οι νέοι, έμαθαν να λατρεύουν τον Θεό με τον Χριστόδουλο. Έρχονται με τα αυτοκίνητά τους γεμάτα με κόσμο, για να παρακολουθήσουν την θεία λειτουργία και προ παντός τις ιερές ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος».

Ιδιαίτερα δε οι υποδειγματικές– διδακτικές λειτουργίες του, για τους υποψηφίους και νεοχειροτονηθέντες κληρικούς συγκινούν και υποβάλλουν τους πιστούς. Αλλά εκείνες από τις ακολουθίες του, που κραδάζουν πραγματικά τις ψυχές του λαού μας είναι οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος.

Μεταφέρω εδώ,ένα απόσπασμα, μέσα απ’το βιβλίο μου » Ο Χριστόδουλος , τα πρόσωπα και τα προσωπεία» που τελεί υπό έκδοση,κάποια ζωντανά περιστατικά που αναφέρονται στις ιστορικές και ανεπανάληπτες τούτες λειτουργίες του Χριστόδουλου «Η λειτουργία του, στην εορτή των Θεοφανείων και του Αγίου Νικολάου, οι λιτανείες του, οι ευχές του για τους θαλασσινούς μας οι ευχές του και οι δεήσεις του «υπέρ πλεόντων», υπέρ των «εν θαλασσή μακράν» και της αίσιας επιστροφής αυτών, οι επιμνημόσυνες δεήσεις υπέρ των θανόντων ναυτικών επροκαλούσαν κραδασμούς ιεράς συγκινήσεως στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα που παρακολουθούσε την κάθε ιεροτελεστία στην οποία προεξήρχε ο Χριστόδουλος».

Κατά τον Σχολιαστή της Εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», ο Χριστόδουλος ήταν:

«… θαυμάσιος στην εμφάνιση λειτουργός κατά τις ιερουργίες και εκκλησιαστικές τελετές. Μεγαλοπρεπής, άμα και ιεροπρεπής, απελάμβανε του γενικού σεβασμού».

Και ο σεβασμός τούτος φουντώνει μέσα στις ψυχές του ποιμνίου με την ακατάβλητη αντοχή του φιλακόλουθου Ποιμενάρχη στις ιερές τελετές. Την ίδια μέρα μπορούσε να μεταβεί σε πολλές Εκκλησίες για να παρευρεθεί σε Λειτουργίες, Παρακλήσεις, Εσπερινούς, Απόδειπνα, Χαιρετισμούς, Ευχέλαια κ. λ. π.

Αναφέρει σε άρθρο του ένας εξέχων Ιεράρχης της σύγχρονης Εκκλησίσς, εκλογή και χειροτονία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου πνευματικός βλαστός του αειμνήστου, ο Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος Β ´.

«Η μεγαλύτερη απόλαυση της ζωής του ήταν η προσευχή και «ηγάλλετο τω πνεύματι», ότε ελειτούργει, ότε ελάτρευε τον Θεόν.

Ως φιλακόλουθος Αρχιερεύς, ήτο αξιοθαύμαστος όχι μόνον δια το βαθύ συναίσθημα το οποίον εκάλυπτε όλη την ζωή του, αλλά και δια την αντοχή του.

Δεν εκουράζετο να τρέχει από χωρίου εις χωρίον, από ναό σε ναό, για να παρίσταται σε εσπερινούς, σε παρακλήσεις, εις την ακολουθία των χαιρετισμών κ.λ.π. πολλάκις κατά την αυτήν ημέραν, προς τον σκοπόν να ιδεί τα πνευματικά του τέκνα και να αισθάνεται το ποίμνιό του κοντά του, τον Πατέρα του. Ήθελε δια της κοινής προσευχής να έχει πλησίον και να οδηγεί και τα πνευματικά του τέκνα προς Εκείνον. Η βαθύτατη του πίστη, η ανεξάντλητη δραστηριότητα του, η πατριαρχική του φυσιογνωμία, εβοήθουν τα μέγιστα στην επιτυχία του σκοπού του στον τομέα αυτόν».

Σαν άνθρωπος ο Χριστόδουλος είναι απλός. Γι’αυτόν οι χρυσοποίκιλτες μήτρες και οι πατερίτσες οι χρυσές, είναι μόνο τα μέσα που χρησιμοποιεί για να υμνή μεγαλόπρεπα το Θεό στους Ναούς. Στις αναστροφές του και πολλές φορές στη Διοίκηση ακόμη, δεν είναι ο Αρχιεπίσκοπος, αλλά ο άνθρωπος.

Απέριττος, εργατικός, ταπεινός, καταδεκτικός, ανοικτόκαρδος. Με προσήνεια και αγάπη υποδέχεται πλούσιους και πτωχούς, άρχοντες και αρχόμενους, τόσο στην αρχιεπισκοπική αυλή, όσο και στην ιδιαίτερη κατοικία του.

Οι θύρες των δύο τούτων πνευματικών οάσεων είναι πάντα για όλους ανοικτές. Ακούει τις λύπες, μα και τις χαρές των πνευματικών του παιδιών και «χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων». Ζεί και νοιώθει όλους τους παλμούς της ψυχής του Έλληνα. Γι’αυτό και ψυχολογημένα σε κάθε περίπτωση ανάγκης ο Χριστόδουλος δίνει το παρών!

Με την απλότητα του την παράξενη, παραδειγματίζει και παιδαγωγεί.

Περίεργες σκηνές από τη ζωή του επισφραγίζουν τούτη την αλήθεια. Χαρακτηριστικό κι εκφραστικό της προσωπικότητας που έχει περιστατικό, περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν βιβλίο του υπογράφοντος:

«Ένα Κυριακάτικο πρωινό αφού γύρισε ο Χριστόδουλος από την Εκκλησία, στεκόταν στο μπαλκόνι κι ατένιζε το πράσινο φόντο με τα δένδρα και τα λουλούδια του κήπου της αρχιεπισκοπικής κατοικίας στο Ψυχικό. Ο κηπουρός περιποιείται το γρασίδι και καθαρίζει τον κήπο από τα πεσμένα φύλλα και τα ξερά λουλούδια. Από κάτω ακούγονταν τα αυτοκίνητα επί της Κηφισίας. Αμέσως πετά το εξωτερικό κοντόραρο που φορούσε, βγάζει το καλυμμαύχι και κατεβαίνει κάτω και:

– Ήρθα να βοηθήσω κι εγώ κι εγώ μαζί σας. Κι άρχισε ακούραστα να τραβά το μηχάνημα που κούρευε το γρασίδι. Ο κηπουρός με το βοηθό του είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό . Εν τω μεταξύ δεκάδες διερχομένων που περνούσαν απέξω και τον έβλεπαν, σταμάτησαν και παρατηρούσαν τη σκηνή. «.

Η κυρία Μαρία η οικονόμος της Αρχιεπισκοπικής κατοικίας, καθώς και περίοικοι της περιοχής μου έχουν εκμυστηρευτεί ότι τα απογεύματα, όταν οι άλλοι κοιμόντουσαν, συχνά κατέβαινε στον κήπο και ανασκουμπωνόταν και πότιζε τα λουλούδια, κλάδευε τα δένδρα η πρόσφερε τροφή στα πουλιά και τα αγαπημένα του σκυλιά.

Έτσι παιδαγωγούν οι ηγέτες. Κι ο Χριστός έκανε τον ξυλουργό κι ο Παύλος το σκηνοποιό. Έτσι θέλει σήμερα τους πνευματικούς του ηγέτες ο λαός μας.