Skip to main content

Θέλουμε να ανήκουμε στον Χριστό ή στον κόσμo; - Κυριακή Β΄ Λουκά

03 Οκτ 2026 20:00

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως

    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεύτερη Κυριακή του Λουκά και το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, το δε αποστολικό μια περικοπή από το 6ο κεφάλαιο της Β΄ προς Κορινθίους επιστολής του αποστόλου Παύλου. Στο κεφάλαιο αυτό ο απόστολος των εθνών έρχεται να επισημάνει ένα μεγάλο κίνδυνο, τον κίνδυνο που διατρέχουν οι Κορίνθιοι, να προσαρμόσουν τη χριστιανική τους ζωή με τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ειδωλολατρών και γενικά του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στον οποίο ζουν. Προκειμένου να δώσει την αυθεντική απάντηση και λύση απέναντι στον κίνδυνο αυτό, τους υπενθυμίζει μια μεγάλη αλήθεια. Γράφει: «Τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων; υμείς γαρ ναός Θεού εστε ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός, και αυτοί έσονταί μοι λαός». Δηλαδή ποιός συμβιβασμός και ποιά συνύπαρξη ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Εσείς είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και στην Παλαιά  Διαθήκη, ότι «θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά των και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεός και θα είναι αυτοί λαός μου».

    Είναι ποτέ δυνατόν στον ίδιο ναό να λατρεύεται ταυτόχρονα ο Χριστός και τα είδωλα; Το φως του Χριστού και το σκότος των ειδώλων; Η αλήθεια και η πλάνη; Η βρωμιά και η ευωδία; Όχι, ποτέ. Και όμως! Πολλές φορές σ’ αυτό το κατάντημα φθάνουμε! Να εισχωρεί δηλαδή μέσα σε ορθοδόξους ναούς ένα πλήθος συγχρόνων ειδώλων, όπου λατρεύεται και προβάλλεται όχι ο Χριστός, αλλά η ματαιοδοξία των ανθρώπων και το σαρκικό φρόνημα. Διότι τι άλλο μπορεί να είναι οι εξεζητημένοι στολισμοί σε γάμους και βαπτίσεις, σε κηδείες και μνημόσυνα, παρά μία κούφια ματαιοδοξία; Τι άλλο μπορεί να είναι η άσεμνη και προκλητική ενδυμασία των γυναικών και της νύμφης, παρά μιά προβολή του αισχρού σαρκικού φρονήματος; Τι άλλο μπορεί να είναι το τραγικό γεγονός που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, να μεταβάλλεται ο ναός σε αίθουσα ψυχαγωγίας με την παρουσία μουσικών οργάνων και τραγουδιστών;  Δεν αποτελεί, άραγε, άθλιο κατάντημα, το να μεταβάλλουμε τον ιερό ναό, που είναι χώρος προσευχής και δοξολογίας του Θεού, σε αίθουσα μουσικών συναυλιών και δεξιώσεων, καθ’ όν χρόνον μάλιστα τελούνται τα άγια μυστήρια; 

    Όμως το παραπάνω καυτό ερώτημα του αποστόλου «Τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;», θα πρέπει να το δούμε και από άλλη σκοπιά. Το εν λόγω ερώτημα απευθύνει ο απόστολος και σε όλους εκείνους, που καλούν μέσα σε ορθοδόξους ναούς διάφορους αιρετικούς, δηλαδή παπικούς, ή προτεστάντες, ή ακόμη και αλλοθρήσκους, για να συμπροσευχηθούν μαζί τους. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι τόσον οι αιρετικοί, όσο και οι αλλόθρησκοι, είναι ουσιαστικά άθεοι. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει σε κάποιο του λόγο, ότι η αίρεση είναι δεύτερο είδος αθεΐας. Το ίδιο και πολύ περισσότερο ισχύει για τους αλλοθρήσκους. Δυστυχώς σήμερα παρατηρείται, και μάλιστα πολύ συχνά, το εξόχως λυπηρό φαινόμενο, να προσκαλούν επίσκοποι, οπαδοί της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αιρετικούς σε ορθόδοξους ναούς και να συμπροσεύχονται μαζί τους, ενώ γνωρίζουν ότι οι συμπροσευχές απαγορεύονται ρητά από πλήθος Ιερών Κανόνων επί ποινή καθαιρέσεως, ενώ η διοικούσα Εκκλησία σιωπά ενόχως και ανέχεται αυτή την κατάσταση.   

    Όμως εκτός από τους άψυχους ναούς υπάρχουν και οι έμψυχοι ναοί. Σύμφωνα με τον απόστολο, ο κάθε πιστός είναι, πρέπει να είναι, ένας έμψυχος ναός του Θεού. Μέσα στο ναό του σώματός μας έρχεται να κατοικήσει ο Χριστός, ο οποίος εισέρχεται μέσα μας, όταν μεταλαμβάνουμε των αχράντων μυστηρίων, του σώματος και του αίματος του Χριστού. Όμως ο Χριστός ποτέ δεν έρχεται να κατοικήσει σε ακάθαρτες ψυχές, σε ψυχές που δεν μετανοούν, που δεν αγωνίζονται να καθαρίσουν τις ψυχές τους από τον παλαιόν άνθρωπο. Που δεν εξομολογούνται τακτικά και δεν κάνουν υπακοή στον πνευματικό τους. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Έχεις το Θεό μέσα σου και τρέχεις προς τους απίστους; Τον Θεό που δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτούς; Και πως είναι δυνατόν να σου συγχωρηθεί αυτό;». Δυστυχώς σ’ αυτό το τραγικό κατάντημα φτάσαμε. Να θέλουμε να συνδυάσουμε στη ζωή μας το θέλημα του Θεού και το θέλημα του διαβόλου. Με τις ίδιες αισθήσεις μας και με τα ίδια μέλη του σώματός μας δουλεύουμε και υπηρετούμε και τον Θεό και τον κόσμο. Και την αρετή και την αμαρτία. Ερχόμαστε στην Εκκλησία για να λατρεύσουμε τον Θεό και μετά από λίγο τρέχουμε στην τηλεόραση, για να απολαύσουμε ό,τι πιο αισχρό και ακάθαρτο έχει να προβάλει ο κόσμος της αποστασίας. Μεταλαμβάνουμε των αχράντων μυστηρίων και μετά από λίγο τρέχουμε σε πάρτι και κοσμικές διασκεδάσεις, όπου λατρεύεται ο διάβολος, όπου μολύνεται η ψυχή μας με όλα εκείνα που λέγονται και πράττονται μέσα σ’ αυτούς τους χώρους.

    Πολύ συχνά εμφανίζεται ο πειρασμός μέσα μας να προσαρμόσουμε τη χριστιανική ζωή με την κοσμική. Κάθε τόσο ξεπροβάλλει απαιτητικός ο λογισμός να μιμηθούμε στη ζωή μας το ντύσιμο των κοσμικών, τη μόδα, τη γνώμη, τις συνήθειες, το ήθος και τη νοοτροπία του κόσμου. Κάθε τόσο μας παρασύρουν και μας αιχμαλωτίζουν τα εξωτερικά μεγαλεία, η κοσμική λαμπρότητα, οι εξωτερικές επιδείξεις και οι εξωτερικοί πανηγυρισμοί, για γεγονότα μικρά και ασήμαντα και πολλές φορές αξιοκατάκριτα από χριστιανικής απόψεως, τα οποία όμως ο κόσμος τα παρουσιάζει ως μεγάλα και σπουδαία.

    Όμως κάθε φορά που μας προσβάλλουν τέτοιου είδους πειρασμοί, ας φέρνομε στη μνήμη μας τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Δηλαδή μην έχετε στενές κοινωνικές σχέσεις με τους απίστους, με ανθρώπους που έχουν αποξενωθεί από τη ζωή της Εκκλησίας. Διότι ποία σχέση μπορεί να έχει η αρετή με την φαυλότητα; Τι κοινό έχει το φως με το σκοτάδι; Ποία συνεννόηση και συμφωνία μεταξύ Χριστού και διαβόλου; Τι κοινό μπορεί να έχει ένας πιστός με έναν άπιστο; Ο Χριστός θέλει να μας έχει αποκλειστικά δικούς του. Να έχει την αποκλειστικότητα στην αγάπη μας, στη λατρεία μας, στην όλη ζωή μας. Θέλει να ανήκουμε μόνο σ’ αυτόν και σε κανένα άλλον. Καλούμαστε λοιπόν να διαλέξουμε, τι θα προτιμήσουμε: Τον Χριστό, ή την αμαρτία και τον κόσμο; Διότι το ένα αποκλείει το άλλο, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «Ου δύνασθε δυσί κυρίοις δουλεύειν». Όσοι προτιμούμε τον Χριστό, καλούμαστε να ακούσωμε με προσοχή και να εφαρμόσουμε στην πράξη τα παρακάτω λόγια του αποστόλου: «διό εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε, λέγει Κύριος, και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς». Δηλαδή φύγετε μακριά από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς με τον τρόπον της ζωής σας, λέγει ο Κύριος, και μη πιάνετε τίποτε το ακάθαρτο. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργή στη βασιλεία μου.

    Εδώ ο Παύλος, όταν προτρέπει του Κορινθίους με το «εξέλθετε εκ μέσου αυτών», δεν εννοεί την τοπική, αλλά την τροπική αναχώρηση. Εννοεί την απάρνηση του κοσμικού φρονήματος και των σαρκικών επιθυμιών που κυριαρχούν στον κόσμο. Όσο και αν φύγουμε τοπικά από τον κόσμο, ο κόσμος θα είναι παντού γύρω μας. Όπου και αν πάμε, ο διάβολος θα έρθει και θα μας πολεμήσει. Μέσα στον κόσμο καλούμαστε να ζήσουμε, χωρίς όμως να γίνουμε ένα με τον κόσμο. Είναι μακάριοι οι πιστοί εκείνοι, είτε είναι μοναχοί, είτε λαϊκοί, που ενώ ζουν μέσα στον κόσμο και είναι περικυκλωμένοι από αμέτρητες παγίδες και πειρασμούς, ζουν με το φόβο του Θεού και με τη Χάρη του Θεού διατηρούν καθαρή την ψυχή τους από τους μολυσμούς της αμαρτίας. 

    Βέβαια η τοπική αναχώρηση έχει τη σημασία της σε κείνους που αποφάσισαν να απαρνηθούν τον κόσμο και να ακολουθήσουν τη μοναχική ζωή σε κάποιο μοναστήρι. Και τούτο διότι η τοπική απομάκρυνση του μοναχού από τις προκλήσεις των πειρασμών και τις αφορμές της αμαρτίας, αλλά και η ένταξή του στο πρόγραμμα του μοναστηριού, τον βοηθάει πολύ στα πρώτα βήματα της μοναχικής του ζωής. Πέραν τούτου η τοπική αναχώρηση έχει τη σημασία της και σε ορισμένες ακόμη περιπτώσεις. Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωσήφ ο πάγκαλος, τον οποίο η Εκκλησία μας τιμά και προβάλλει στην ακολουθία του νυμφίου της Μεγάλης Δευτέρας, χρειάσθηκε να φύγει και τοπικά από τον τόπο του πειρασμού και τόβαλε στα πόδια, για να γλυτώσει από τη φωτιά της σαρκικής αμαρτίας και να μην πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας. Επομένως υπάρχουν περιπτώσεις, που πρέπει αμέσως, χωρίς την παραμικρή αναβολή, να φύγουμε και τοπικά. Να εγκαταλείψουμε ανθρώπους, φιλίες, τόπους, οικίες, συναναστροφές, παρέες, όπου κινδυνεύουμε πνευματικά και ηθικά.

    Ας αγωνιστούμε, αδελφοί μου, να εφαρμόσουμε στην πράξη, όλα όσα μας προτρέπει η σημερινή αποστολική περικοπή, έτσι ώστε να επιτύχουμε τον προορισμό μας και την σωτηρία μας, πράγμα που εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν.