Να ζείς χωρίς εξηγήσεις - π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Σε μία στην οποία μέσα στα Κοινωνική Δικτύωση γεννούν ένα κλίμα απαιτήσεων για να εξηγηθούν οι άνθρωποι τι κάνουν και γιατί το κάνουν, ιδίως όταν είναι δημόσια πρόσωπα, έχει το σύνθημα: «Ζήσε χωρίς εξηγήσεις». Οι παλιοί έλεγαν «να ζεις χωρίς να σ' ενδιαφέρει ο κόσμος τι θα πει». Αυτό θεωρούνταν σημάδι εξαρτημένης ψυχής, αίσθησης ανησίας, κάποτε και γενναιότητας. Στους έρωτες που μοιάζανε αταίριαστοι κοινωνικά, ηθικά, οικονομικά το ζευγάρι που προχωρούσε, παρά τις αντιδράσεις, ήταν αυτό που πολλοί θαύμαζαν κρυφά, αλλά και άλλοι ζήλευαν και απέρριπταν. Σήμερα, ο δικαιωματισμός ως στάση ζωής έχει δικαιώσει την αντίληψη της αδιαφορίας για εξηγήσεις. Έχει όμως θέσει και στο περιθώριο την ντροπή, την αιδώ, με αποτέλεσμα να έχουμε σύγχυση στο τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και η ηθική διάσταση του ανθρώπου να μην έχει πραξιακή πλευρά.
Προφανώς και δεν χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις για τις αποφάσεις μας, εφόσον αυτές δεν βλάπτουν το σύνολο. Έχουμε όμως σκεφτεί ότι ο καθένας μας έχει εντός της φωνής που ονομάζεται συνείδηση; Η συνείδηση, ανεξαρτήτως αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, ανήκει στην ψυχή και την διαμορφώνει, δεν μπορεί να λογοδοτεί, ακόμη κι αν αυτή η λογοδοσία περιορίζεται μόνο στον εαυτό του. σκεφτεί άραγε ότι η έλλειψη λογοδοσίας στη συλλογική μας ζωή, η περιφρόνηση προς τους θεσμούς ή η χρήση τους προς τον ίδιο όφελο είναι σημάδια ατροφικής συνείδησης, που δεν θέλει να δώσει εξηγήσεις για τις επιλογές της; σκεφτεί άραγε ότι η δυσκολία δεν κοιμάται το βράδυ μας δίνεται συχνά στο ότι η συνείδησή μας δεν αναπαύεται από τις αποφάσεις μας, ιδίως όταν αυτές μπορούν να είναι νόμιμες, αλλά τους πληγώνουν και δεν έχουν σταθερότητα σε εμάς;
Στην πνευματική μας παράδοση διαβάζουμε τη φράση: «δεν μπορείς να δώσεις λόγο σε καθέναν που σου ζητάς για την ελπίδα που ζούμε», δηλαδή τον Χριστό (Α' Πετρ. 3, 15). Αυτή η φράση, αν ερμηνεύεται διασταλτικά, είναι μία προτροπή όχι για να δικαιολογούμε τις πράξεις μας ελαφρά την καρδιά, αλλά για να μπορούμε να σκεφτούμε τις συνέπειές τους από πριν, ώστε να επιλέγουμε τι αληθινά μπορούμε να κάνουμε και τι όχι. Το να πορευόμαστε με ένα άγχος, ότι θα πρέπει να ευαρεστούμε τους ανθρώπους, σε μία εποχή μάλιστα σχετικοποίησης των πάντων, είναι παγίδα, η οποία κρύβει μία κρυφή υπερηφάνεια. Να αγαπάμε δηλαδή τη δόξα των ανθρώπων, την ανθρωπάρεσκεια, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει και στην άρνηση του Θεού. Από την άλλη, η συνείδησή μας δεν υπάρχει μόνο για το εγώ. Αποτελεί κριτήριο για να ζήσουμε στο σύνολο, να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και τον εαυτό μας και το κοινωνικό «εμείς», αλλά και να πατάμε σε σταθερές οι οποίες δεν γκρεμίζουν την αγάπη και την αλήθεια.
Η ανάγκη για χαρά που να υπερβαίνει την ενοχή δεν χρειάζεται να καταργήσει το σωστό. Γι' αυτό και στην ανατροφή των παιδιών θέλουμε όρια. Θέλουμε ανάληψη ευθύνης. Η συνείδηση και η καλλιέργειά της είναι ο πρώτος κριτής. Αλλά και η συλλογικότητα, είτε είναι οικογένεια είτε σχολείο είτε εργασιακός χώρος είτε πολιτική είτε ενορία, αποτελούν όρια που μας δείχνουν ότι δεν μας επιτρέπονται όλα. Η αγάπη είναι και θυσία. Αυτό βεβαίως δεν δικαιολογεί ασφυκτικές συμπεριφορές, που να κάνουν τον άνθρωπο να μην χαρεί τίποτα, αλλά να καταπιέζεται ψυχικά. Η ταμπέλα του καλού παιδιού δεν σώζει, αλλά δεν είναι και για πέταμα. Το μέτρο είναι το άριστο.

