Το Κήρυγμα της Κυριακής 03.05.2026 - Του Παραλύτου
Του Σεβ. Μητρ. Αιτωλίας & Ακαρνανίας κ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Η Εὐαγγελικὴ ὅσο καὶ ἡ Ἀποστολικὴ περικοπὴ της Κυριακής του Παραλύτου εἶναι γεμᾶτες θαύματα. Κοινὸς εἶναι ὁ σκοπός τους: νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ὡς κυρίαρχο, ὄχι μόνον πάνω στὶς φυσικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ στὶς δυνάμεις τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
Στὴν Εὐαγγελικὴ περικοπή, ὁ παραλυτικός της Βηθεσδᾶ, μὲ ἕναν μόνο λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέκει ξανὰ στὰ πόδια του καὶ μάλιστα, μεταβάλλεται σὲ κήρυκα τῆς δυνάμεως τοῦ Θείου Διδασκάλου.
Στὴν Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος θαυματουργεὶ καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ ἴδιο θαῦμα τοῦ Διδασκάλου του, ἀνορθώνοντας τὸν παραλυτικὸ Αἰνέα. Καὶ πάλι ὅμως, ὁ ἀληθινὸς εὐεργέτης καὶ ὁ ἀληθινὸς ἰατρὸς εἶναι ὁ Κύριός μας. Ὁ Πέτρος ἐπιτελεῖ τὸ θαῦμα, ἐπικαλούμενος τὸ δικό Του θεῖο ὄνομα. Μέσῳ καὶ αὐτοῦ τοῦ θαύματος, ἀποκαλύπτεται ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἀναστημένου Κυρίου καὶ ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποσχέσεώς Του πὼς δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ βρίσκεται κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους, «μέχρις τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Μτθ. 28:20).
Γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε, τὸν κόσμο ποὺ μέχρι σήμερα ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς πτώσεως καὶ ἰδιαίτερα τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, τέτοια γεγονότα, τέτοια θαύματα, προκαλοῦν τὸν θαυμασμό, διότι ἀνατρέπουν τὰ δεδομένα ποὺ ἔχουμε γιὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴν καθημερινότητά μας. Τὰ θαύματα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅμως, δὲν ἔχουν ὡς μοναδικὸ σκοπὸ τὸν θαυμασμό. Σκοπὸ ἔχουν καὶ τὴν ὑπόσχεση πὼς ἕνας ἄλλος κόσμος ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας, ἕνας κόσμος ὅπως τὸν γνώρισε ὁ ἄνθρωπος πρὶν τὴν πτώση καὶ ποὺ τὸν ἔχασε ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς του, ἔχει πάλι ἀνοιχτὲς τὶς πύλες του καὶ περιμένει τὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ πολιτογραφηθεῖ ὡς πολίτης του.
Ἡ κάθε Θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ πρόσκληση γιὰ εἴσοδο στὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος, στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Πρόκειται, ὅμως, γιὰ μιὰ ὑπόσχεση ποὺ ἐπαληθεύεται καὶ στὸ παρόν, καθὼς ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς βρίσκεται ἤδη ἀνάμεσά μας καὶ προσφέρει τὸ Σῶμα του καὶ τὸ Αἷμα Τοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον».
Στὴν Θεία Λειτουργία, ἀπὸ τὴν στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία, τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ἔχουν μεταβληθεῖ σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, μέσῳ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐνῷ βρισκόμαστε στὸ τέλος τῆς μεγάλης εὐχῆς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ὁ δρόμος εἶναι πλέον ἀνοικτὸς πρὸς τὴν Θεία Κοινωνία. Ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔκριναν ἀναγκαῖο νὰ ὑπάρξει μιὰ εἰδικὴ προετοιμασία, μέσῳ εὐχῶν καὶ δεήσεων, ὥστε, στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε Χριστιανοῦ νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ κατάνυξη καὶ ἡ συντριβὴ καὶ νὰ ἀναζωπυρωθεῖ ἀκόμη ἐντονότερα ὁ πόθος ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστό.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ Ἱερέας μᾶς θυμίζει πώς, ὅ,τι συμβαίνει τὴν ὥρα αὐτή, ἀποτελεῖ καρπὸ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Θεοῦ καὶ εὔχεται: «Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν», δηλαδή «ἂς εἶναι ὅλα τὰ θεῖα δῶρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ μὰζὶ μὲ ὅλους σας».
Πράγματι, τὸ φρικτὸ καὶ φοβερὸ μυστήριο ποὺ μόλις πρὸ ὀλίγου ἔχει πραγματοποιηθεῖ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, δηλαδὴ ἡ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ξεπερνᾶ κάθε δυνατότητα τοῦ νοῦ μας καὶ παραχωρεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης ἀγάπης Του καὶ μόνον. Γι΄ αὐτὰ τὰ πολύτιμα δῶρα προσευχόμαστε καὶ εὐχαριστοῦμε: «Ἂς παρακαλέσουμε, ὁ φιλάνθρωπος Θεός μας, ποὺ δέχτηκε αὐτὰ τὰ δῶρα στὸ ἅγιο καὶ ὑπερουράνιο καὶ νοερὸ θυσιαστήριό του, σὲ ὀσμὴ πνευματικῆς εὐωδίας, νὰ μᾶς στείλη σὲ ἀνταπόδοση τὴν θεία χάρη καὶ τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Αὐτὰ εὔχεται ὁ Ἱερέας καὶ μαζί του ὅλοι ὅσοι παρευρίσκονται τὴν ὥρα αὐτὴ στὸ μυστήριο. Ἕνα μυστήριο ποὺ ξεπερνάει τὶς αἰσθήσεις μας, ἀλλά, συγχρόνως, πρέπει νὰ περιγραφεῖ μὲ λέξεις καὶ ἐρεθίσματα τοῦ δικοῦ μας κόσμου. Καὶ ἐδῶ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ θεόπνευστος συγγραφέας τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐπιστρατεύει τὴν ἀνθρώπινη ὄσφρηση, περιγράφοντας τὰ ἁγιασμένα Τίμια Δῶρα ὡς πνευματικὴ εὐωδία ἁγιότητος τοῦ Ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀνεβαίνει πρὸς τὸ ὑπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ἀναρωτιέται κανείς: Γιατί ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ ἐρέθισμα τῆς ὀσφρήσεως; Μιὰ μεγάλη ἀλήθεια κρύβεται, ἀδελφοί μου, πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιλογή: Τὴν ὥρα αὐτή, τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μεταβάλλεται σὲ ζωοποιὸ σῶμα θεώσεωςς. Ἡ ζωὴ ὑπερνικᾶ τὸν θάνατο. Τὸ ἄρωμα τῆς θεότητος ὑπερνικᾶ τὴν φρικαλέα ὀσμὴ ποὺ ἀναδίδει ἕνα νεκρὸ σῶμα μέσα στὸν τάφο.
Ἐπὶ αἰῶνες, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν συνδυάσει τὸν θάνατο μὲ τὴν ἀνυπόφορη ὀσμὴ τοῦ σώματος ποὺ ἀποσυντίθεται. Τώρα, ὅμως, μπροστά μας, τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, ποὺ οἱ Ἑβραῖοι πίστεψαν πὼς ἔκλεισε τὸν κύκλο του καὶ πὼς θὰ ἀκολουθήσει τὴν μοίρα ὅλων τῶν νεκρῶν σωμάτων, πλημμυρίζει ἀπὸ ζωὴ καὶ ἀναδίδει τήν εὐωδία τῆς ἀθανασίας. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Καβάσιλας, ὁ ὁποῖος, μὲ κορυφαῖο τρόπο ἑρμήνευσε τὴν Θεία Εὐχαριστία, τὸ πνευματικὸ μύρο τῶν Τιμίων Δώρων ἔχει τόση δύναμη, ὥστε μεταβάλλει ὅλους, ὅσοι τὸ γευτοῦν σὲ μέρος αὐτῆς τῆς εὐωδίας, καθώς, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν» (P.G. J–P. Migne, 150, 445c, Β΄ Κoρ. 2:15).
Ὅπως ἐκείνη ἡ γυναῖκα στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ ἔσπασε τὸ ἀλάβαστρο μὲ τὸ μύρο μπροστὰ στὸν Χριστὸ καὶ τοῦ ἄλειψε τὸ κεφάλι (Μρκ 14:3), ἔτσι καὶ ἐνώπιόν μας, σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς ἅγιο μύρο, πλημμυρίζει τὶς ψυχὲς ὅλων μὲ τὴν εὐωδία Του. Εὐωδιάζει, ὁ Ναός, εὐωδιάζει ἡ σύναξη τῶν πιστῶν, εὐωδιάζει καὶ ἡ κάθε ψυχή, καθὼς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν δυσοσμία τῶν παθῶν της.
Καθὼς ὁλοκληρώνεται τό τελευταῖο στάδιο τῆς προετοιμασίας μας πρὶν τὴν Θεία Κοινωνία, ὁ Ἱερέας ζητᾷ ἀπ΄ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς προφυλάξει κατὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἀποστείλει ἄγγελον εἰρήνης, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἄφεση, νὰ φροντίσει γιὰ τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα τῆς ψυχῆς μας, νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ περάσουμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας μὲ μετάνοια καὶ νὰ μᾶς προσφέρει ἀνώδυνα καὶ ἀνεπαίσχυντα τὰ τέλη τῆς ζωῆς μας.
Ἡ σειρὰ αὐτῶν τῶν δεήσεων ὁλοκληρώνεται μάλιστα μὲ μιὰ εὐχὴ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται διαρκῶς στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας: «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζῶὴν ἡμῶν Χρὶστῷ τῷ Θὲῷ παραθώμεθα», δηλαδή, «ἂς ἀφήσουμε ὁ καθένας μας κι ὅλοι μὰζὶ τὸν ἑαυτό μας κι ὅλη μᾶς τὴ ζῶὴ στὸ Θεὸ μᾶς Ἰησοῦ Χριστό».
Ἀδελφοί μου,
Μὲ τὴν συμμετοχή μας στὸ θαῦμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ψυχή μας ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν δυσωδία τῶν παθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ διαποτίζεται ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ σκορπίζει σὲ ὅλο τὸν κόσμο τὸ ἄρωμα τοῦ μύρου τῆς ζωῆς, τὸ μύρο τοῦ Χριστοῦ μας, πού, ὡς ἀμνός, σφαγιάζεται γιὰ τὴν σωτηρία μας.
Ὅταν ὀσμιζόμαστε ἕνα ἄρωμα, ἀσυναίσθητα στρεφόμαστε πρὸς αὐτὸ καὶ προχωροῦμε, ἀναζητῶντας τὴν πηγή του. Ἔτσι καὶ ὅταν τὰ ἐσωτερικά μας αἰσθητήρια, μέσῳ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἐνεργοποιοῦνται, ἀντιλαμβανόμαστε τὸ ἄρωμα τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ὅπως ἀναφέρεται καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, «πίσω σου τρέχουμε, Κύριε, ἀκολουθῶντας την εὐωδία τῶν μύρων Σου» (Ἆσμα Ἀσμάτων 1:4).
Ὅσοι κοινωνοῦν τὸν Χριστό, μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀποχωροῦν, ὡς ψυχὲς μυροφόρες καὶ σκορπίζουν μὲ τὴν σειρά τους τήν εὐωδία τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸν κόσμο.
Αὐτὴν τὴν εὐωδία ἂς ἀξιωθοῦμε, προσερχόμενοι πάντοτε στὸ ὑπερκόσμιο αὐτὸ μυστήριο μὲ συντριβὴ καρδίας, μετάνοια καὶ δοξολογία καὶ ἂς μὴν ἀμφιβάλλουμε πὼς τὸ μύρο τῆς Θεότητος δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ ποτίζει τὴν διψασμένη γιὰ χαρὰ καὶ ἀληθινὴ ζωὴ ψυχή μας. Ἀμήν.

