Ο Άρτης και Ναυπάκτου Θεόφιλος Κορυδαλλέας
του Γεωργίου Γεροκόμου
Αφορμή για την συγγραφή του παρόντος άρθρου υπήρξε η κοίμηση, την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020, στην Αθήνα όπου διέμενε, του διαπρεπούς Αρτινού ιατρού ψυχιάτρου Γεωργίου Μ. Καρατσιώλη. Ο αείμνηστος ιατρός ήταν γόνος παλαιάς οικογενείας της Άρτας και αδελφός του μεγάλου ευεργέτου του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Δημητρίου Άρτης ιατρού παθολόγου Βασιλείου Καρατσιώλη.
Ο διαπρεπής ιατρός ήταν τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό του μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Ο Σκουφάς» Άρτης. Στα εν λόγω άρθρα ασχολήθηκε κυρίως με ιατρικά θέματα. Υπήρχαν όμως και οι εξαιρέσεις.
Μία από αυτές τις εξαιρέσεις ήταν το άρθρο που δημοσίευσε στο τεύχος 74-75 (Τόμος Η’- Άρτα 1991, σελ. 297-322), όπου ασχολήθηκε με τον Μητροπολίτη Άρτης Θεόφιλο Κορυδαλλέα.
Το άρθρο επιγράφεται «Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, Ο ιατρός- Μητροπολίτης Άρτης». Παρουσιάζεται η ζωή και η δράση του πολυσχιδούς και ‘ιδιόρρυθμου’ ιατρού- Μητροπολίτου που έδρασε κατά τον 17ο αι. Φέτος συμπληρώνονται 380 χρόνια από την χειροτονία του ως Μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου με έδρα την Άρτα.
Η αρχιερατεία του υπήρξε βραχύβια, (14/11/1640 έως 1642 ή καλοκαίρι του 1643 κατ’ άλλους), διότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί και εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του την Αθήνα όπου και εκοιμήθη το 1646 καταπονημένος απ’ το γήρας «λύπη αμέτρω συσχεθείς, εις έκστασιν μικρού δειν ήλθε φρενών»[1].
Στο παρόν άρθρο θα παρατεθούν αυτούσια τα αποσπάσματα που αφορούν την προσωπικότητα και την παρουσία του Θεόφιλου στην Άρτα ως Μητροπολίτου.
Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο του αειμνήστου Γεωργίου Καρατσιώλη, στη σελ. 300-301, ανάμεσα στους μαθητές που είχε στη Ζάκυνθο όπου δίδασκε και ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού: «ήταν και ο γνωστός Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός (από τους λαμπρούς διδασκάλους του γένους, που δίδαξε στην Άρτα όπου τον προσκάλεσαν οι τότε προύχοντες της πόλης), ο μόνος ο οποίος υπέμεινε τη συμπεριφορά ενός χαρακτηρολογικά ιδιόρρυθμου ανθρώπου, αφού ο Κορυδαλλεύς «ως διδάσκαλος ήτο θαυμάσιος, ως άνθρωπος όμως καθίστα αυτόν δυσάρεστον και αφόρητον το οργίλον και το μεμψίμοιρον και φιλοχρήματον αυτού». Στη διάρκεια της σχολαρχίας του στη Ζάκυνθο «ήτο κληρικός, έχων την κουράν του μοναχού». Ήδη «εκαλείτο και Θεοδόσιος (…) και έφερε τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου». Σε λίγο όμως ξανάγινε λαϊκός αφού ο «ανεξάρτητος χαρακτήρας του, διαμορφωμένος μέσα σε ένα φιλελεύθερο ιδεολογικά παιδευτικό περιβάλλον ήταν δύσκολο να συμβιβασθή με το μοναχικό σχήμα».
Η προσωπικότητα του σκιαγραφείται και στις σελ. 310- 316, όπου παρατίθενται, όσα κατά καιρούς έχουν γραφεί για τον Θεόφιλο. Αναφέρουμε σχετικώς: «Άνδρα περιφανή εν αρετή» χαρακτηρίζει τον Κορυδαλλέα ο επίσης μητροπολίτης Άρτης Μελέτιος, ενώ ο Σεραφείμ Ξενόπουλος (μητροπολίτης και αυτός στην Άρτα στα τέλη του περασμένου αιώνα) τονίζει τον «ανήρεμο και άστατο χαρακτήρα», «την υπουλότητα» και την «θρασύτητα του πρώην Μοναχού»…
Ο Κ. Σάθας, αντίθετα γράφει ότι ήταν «ύπουλος φύσει» και «ανήρ αστάτου και ανηρέμου φρονήματος».
Για τον Δοσίθεο Ιεροσολύμων, στο πρόσωπό του «ηνώθη ο ύπουλος τω υποκριτή».
Ο Αν. Γόρδιος σημειώνει: «καθ’ υπερβολήν οργίλος και επί τοσούτον μελαγχολικός και θυμώδης και την γνώμην εριστικός», ή «υπό μελαγχολίας και θυμού νικώμενος». «Οργίλος» (αλλά και «μεμψίμοιρος» και «ιδιότροπος») για τον ίδιο «φιλοχρήματος» και «δύσκολος τον χαρακτήρα και εις άκρον φίλαυτος» για άλλους, έχει περιγραφεί απ’ τους νεότερους μελετητές του (που κατέγραψαν και κάποιες αρνητικές πλευρές που θέλησαν να δουν στον χαρακτήρα του) όχι μόνο ως «ανήσυχος, πολυκύμαντος, πολυτάραχος, αεικίνητος, δυναμικός, ριζοσπαστικός» αλλά και ως «οξύς, ευμετάβλητος και ανικανοποίητος», «σκληρός σε όσους έχουν διαφορετική γνώμη», «με αντιπαιδαγωγικό νευρικό φέρσιμο» και με «ευλύγιστο εγωισμό», «χαρακτήρας δυσήνιος (=απειθής, δυσπειθής αλλά και εύκολα ανιόμενος, θλιμμένος, μικρόλυπος) και πεισματικός», «εκκεντρικός, δύστροπος με εναλλασόμενα ψυχικά πάθη», «ιδιοτροπότατος άνθρωπος με όχι σαφείς εκδηλώσεις ομαλού χαρακτήρος», με «θυμώδη χαρακτήρα» και συχνές «νευρικές υστερίες» (όπως ακριβώς αναγράφεται), «ένας δαιμόνιος αληθώς ανήρ».
Σ’ ένα κείμενο γραμμένο στην καλούμενη «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» (Θ.Η.Ε.) διαβάζουμε ότι ήταν «κατ’ εξοχήν ενδοστρεφής» και ότι «διεβάλλετο και επί δυσμορφία ούτως ώστε παρεδόθη ημίν η παροιμιώδης φράσις ‘Κορυδαλλέως ειδεχθέστερος’. Η δυσμορφία του επέτεινε την φυσικήν μελαγχολίαν και εδυσκόλευε την καθόλου κοινωνικήν αναστροφήν».
Στη σελ. 307 του περιοδικού ο αρθρογράφος παρουσιάζει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο τη δράση του ως Μητροπολίτης Άρτης:
«Με βάση τις ποικίλες, τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, βιβλιογραφικές πηγές, οι λόγοι της ανάρρησής του στον μητροπολιτικό θρόνο της Άρτας είναι αδύνατο να διευκρινισθούν με ακρίβεια.
Καταρχή αναφέρεται ότι η τοποθέτηση του Κορυδαλλέως ως μητροπολίτου Άρτης, έγινε υπό την πίεση των αρτινών φίλων του Ευγενίου του Αιτωλού, που πήγαν για τον σκοπό αυτό στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αν. Γόρδιος αναφέρει σχετικά: «ο δε Κορυδαλλεύς Θεόφιλος, ου μετά πολύ του Ευγενίου της Άρτης εξελθόντος, παρακλήσει τινών των εκ της αυτής πόλεως εις Κωνσταντινούπολιν κατά τινα χρείαν αναβάντων πεισθείς αρχιερεύς Ναυπάκτου και Άρτης αναδεικνύεται και Θεοδόσιος αντί Θεοφίλου μετονομάζεται και μετ’ ολίγον την Άρταν καταλαμβάνει μητροπολίτης της επαρχίας ταύτης και ών και καλούμενος». Ο Κωνστάντιος Α’ (Πατριάρχης στα μέσα του περασμένου αιώνα) την συνδέει με επιθυμία του ίδιου του Κορυδαλλέως να γίνει Αρχιερεύς, λέγοντας: «τω των Αρχιερέων πληρόματι ορεγόμενος εγκαταλεχθήναι, το μοναχικόν υπέβυ τριβώνιον, Θεοδόσιος μετωνομάσθη και Άρτης Αρχιερεύς προήχθη το 1639 έτει». Κατά τον Σάθα: «… προσήλθεν είτα εις την Μεγάλην Εκκλησίαν ομολογών μετάνοιαν και συγχωρεθείς υπεδύθη αύθις το μοναχικόν τριβώνιον Θεοδόσιος μετονομασθείς. Την 14 Νοεμβρίου 1640 εχειροτονήθη μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης, εκβαλών του θρόνου τον πρώην Βελάς».
Ο Τ. Γριτσόπουλος (που παρεμβάλλει –ανάμεσα στα όσα πράγματι αξιόλογα σημειώνει σε άλλες σελίδες για τον Θ. Κορυδαλλέα- και κάποιες «ειδικές» θέσεις σχετικά τουλάχιστον με την Άρτα, την πνευματική της παράδοση και το λαό της και τους λόγους που οδήγησαν τον Γιαννιώτη Πατριάρχη Παρθένιο Α’ στην πλήρωση της μητροπολιτικής έδρας, που ο ίδιος τίμησε, εννιά μόλις χρόνια πιο πριν, με τη θητεία του σ’ αυτή επί ένα χρόνο) εξηγεί την παραπάνω πατριαρχική ενέργεια ως εξής: «η ενέργεια αυτή φαίνεται να έχη διπλήν σημασίαν. Διότι το μεν απεμάκρυνε εκ της Κωνσταντινουπόλεως άνδρα βεβαρυμένον με αμφίβολον σταθερότητα πίστεως, ικανόν να ζημιώνη την κοινωνίαν και την νεότητα και προ πάντων να σκανδαλίζη το ερεθιζόμενον διαρκώς από ισχυρόν και πείσμονα αντίπαλον πλήθος. Αφ’ ετέρου δεν τον εμείωνεν ύστερ’ από τόσων χρόνων υπηρεσίαν εις τα Γράμματα. Εις ηλικίαν μάλιστα αρκετά προκεχωρημένην –θα ήτο ήδη εγγύτατα προς τα 75 έτη– (Σημ.: ήταν 66 ετών) δεν είχε να φοβηθή απ’ αυτόν μία επαρχία με συντηρητικά ήθη και στερεωτέραν αντίληψιν επί της χριστιανικής παραδόσεως αλλά και ικανή ν’ αμυνθή εις περίπτωσιν, καθ’ ην θα απετόλμα εκείνος να εισαγάγη δαιμόνια καινά και κενά. Με αυτάς τας σκέψεις μάλλον τον απεμάκρυνεν ήρεμα από την ενεργόν ζωήν της Κωνσταντινουπόλεως ο πατριάρχης Παρθένιος ο Γέρων, δια να εφησυχάση κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του άνευ στερήσεων μάλιστα»…
Μια τέτοια άποψη για την χειροτονία του και την τοποθέτησή του ειδικότερα στον μητροπολιτικό θρόνο της Άρτας, θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα εξαιτίας της πλούσιας και πολύχρονης πνευματικής παράδοσης αυτής της πόλης, «ης ανέκαθεν οι Αρχιεπίσκοποι ήσαν των κληρικών οι λογικότεροι».
Στην Μητρόπολη της Άρτας παρέμεινε για δυόμισι περίπου χρόνια και παραιτήθηκε. Για το γεγονός της παραίτησής του ο Μελέτιος μας πληροφορεί: «χρηματίσας δε και Άρτης μητροπολίτης επί μερικόν χρόνον, έπειτα παραιτήσας, επήγεν εις την πατρίδα του…». Με την άποψη αυτή συντάσσονται και άλλοι συγγραφείς όπωςο Πατριάρχης Κωνστάντιος Α’… Ο Αν. Γόρδιος συνδέει την παραίτησή του με την διοικητική απειρία του, που τον ανάγκασε σε μια τέτοια ενέργεια….
Τελείως διαφορετικά εκθέτει τα γεγονότα ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων για τον οποίο ο Κορυδαλλεύς ήταν ο «αποβληθείς», άποψη που εκφράζει και ο Σάθας (όπως και ο Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος και ο Φ. Οικονόμου για να μείνουμε σε αυτούς) γράφοντας: «εγένετο έκπτωτος της Αρχιερωσύνης υπό της Μ. Εκκλησίας διότι απεδείχθη επαμφοτερίζων τοις δόγμασιν». Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι «θετικήν μαρτυρίαν χρονολογημένην, περί αποπομπής δεν έχομεν»….
Πέρα όμως απ’ αυτό ως κληρικός, ο Κορυδαλλεύς χαρακτηρίστηκε ως «έξοχος». Κατά τον Π. Αραβαντινό, υπήρξε ο «περικλεής κληρικός», που δεν έμεινε ξένος στη δράση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Άρτα «ποιμάνας τον εκείσε ευσεβή λαόν»….»
Το άρθρο του αειμνήστου Γεωργίου Καρατσιώλη είναι εκτενέστατο (25 σελίδες περίπου), οπότε δεν είναι εύκολο να παρατεθεί σε όλη του την έκταση. Η παράθεση μερικών στοιχείων και εδαφίων του άρθρου για τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα έγινε καθαρά για να τιμηθεί η μνήμη του ιατρού του οποίου η ταφή έγινε στην Αθήνα την Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020, μνήμη του αρτινού Αγίου Μαξίμου του Γραικού.
[1] Αν. Γορδίου «Βίος…» Εκδ.Κ. Σάθα, σ. 447. Εκδ. Σ. Λάμπρου σ. 53.





