top line
logo

Άγιοι Αυτάδελφοι Απόστολος & Θεοχάρης

Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ ὁ Θε­ὸς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἁ­γί­ους ἀν­θρώ­πους οἱ ὁ­ποῖ­οι ἂν καὶ ζουν στις ἴ­δι­ες συν­θῆ­κες ζω­ῆς με ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους συ­ναν­θρώ­πους τους, οἱ ἴ­δι­οι «ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι τὸν κα­λὸν ἀ­γῶ­να τῆς πί­στε­ως», φω­τί­ζουν ως πνευ­μα­τι­κοὶ φά­ροι τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ δι­α­κο­νοὺν ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Κυ­ρί­ου μας.

Σὲ μί­α ἐ­πο­χὴ δυ­σκο­λη γι­α ὅ­λο τὸ γέ­νος μας (τέ­λος τοῦ 18ου ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἱ.) ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὴν εὐ­λο­γί­α Τοῦ στην πό­λη μας να γεν­νη­θούν, να ζή­σουν, να ἀ­σκη­θούν, να δι­δά­ξουν καὶ να ἁ­γι­ά­σουν δύ­ο κα­τὰ σάρ­κα ἀ­δέλ­φι­α οἱ ὅ­σι­οι Θε­ο­χα­ρῇς καὶ Ἀ­πό­στο­λος.

Ἡ κα­τα­γω­γή. Τὰ πρῶ­τα χρό­νι­α τῆς ζω­ῆς τους.

Οἱ Ὅ­σι­οι αὐ­τά­δελ­φοι Θε­ο­χά­ρης καὶ Ἀ­πό­στο­λος ἤ­ταν παι­δι­ὰ τοῦ εὐ­σε­βῆ ἱ­ε­ρέ­α Γε­ωρ­γί­ου Ντού­ϊ­α, ἐ­φη­με­ρί­ου τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας Άρ­τας, καὶ τῆς ἐ­νάρετης πρε­σβυ­τέ­ρας Φω­τει­νῆς. Ὁ Θε­ὸς τοὺς χά­ρι­σε τρεῖς γι­ους (ὁ τρί­τος λε­γό­ταν Κων­σταν­τῖ­νος), τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­να­θρέ­ψαν «ἐν παι­δεί­ᾳ καὶ νου­θε­σί­α Κυ­ρί­ου».

Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ος τοὺς ὁ Θε­ο­χά­ρης (γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στα 1760) δι­έ­θε­τε με­γά­λη ἔ­φε­ση γι­α τὰ γράμ­μα­τα. Δι­δά­χθη­κε τὴν «θύ­ρα­θεν σο­φί­α» στην πε­ρι­φή­μη τό­τε σχο­λὴ τῆς Ἀρ­τας, τῇ Σχο­λῇ Μα­νω­λά­κη Κα­στο­ρι­ώ­τη. Ἐ­κεῖ τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­δά­σκε ὁ με­γά­λος δά­σκα­λος καὶ ἱ­ε­ρο­ψάλ­της, Δη­μή­τρι­ος Οἰ­κο­νο­μό­που­λος Βεν­δρα­μὴς ἀ­πὸ τὸ Με­σολ­λό­γι. Στῇ σχο­λὴ δι­δά­σκον­ταν ὁ ὅ­σι­ος Θε­ο­χα­ρῇς, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­δι­ός με τὴν ἁ­γί­α τοῦ ζω­ὴ καί τις θε­ό­πνευ­στες πα­ραι­νέ­σεις δι­δά­σκε τοὺς συμ­μα­θη­τὲς τοῦ, πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους πα­ρα­κι­νή­θη­καν καὶ ἔ­γι­ναν ἱ­ε­ρεῖς καὶ μο­να­χοί. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α αὐ­τὴ φα­νε­ρώ­θη­κε ἡ δύ­να­μη καὶ ἡ πει­θὼ τοῦ λό­γου τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀ­φοῦ ἔβ­γαι­νε φυ­σι­κὰ ἀ­πὸ μι­ᾷ καρ­δί­ᾳ που τῇ φλό­γι­ζε ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.

Τὸν δὲ «ἁ­πλὸ καὶ ἀ­κέ­ραι­ον στὴν ψυ­χὴ» Ἀ­πο­στο­λο ἀ­νέ­λα­βε ὁ ἴ­δι­ος ὁ πα­τέ­ρας του.

Μα­ζί με τοὺς γο­νεῖς κα­μά­ρω­νε καὶ ὁ Μη­τρο­πο­λί­της τὴν πρό­ο­δο τῶν νέ­ων αὐ­τῶν καὶ προσ­δο­κοῦ­σε να λαμ­πρύ­νουν τὴν το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α με τὴν ἀ­πο­φά­σῃ τοὺς να ἱ­ε­ρω­θούν.

Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τις σπου­δὲς τοῦ ὁ Θε­ο­χά­ρης, ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α τοῦ σε­βα­στοῦ Ἱ­ε­ρέ­α Γε­ωρ­γί­ου Ντού­ϊ­α, κα­τὰ πα­ρα­χω­ρή­ση Θε­οῦ, δο­κι­μά­στη­κε. Ἐ­κοι­μή­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας Γε­ωρ­γι­ος καὶ ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα Φω­τει­νή. Ἔ­φυ­γαν ὅ­μως εἰ­ρη­νι­κοὶ ἀπ΄τὸν κό­σμο αὐ­τὸ γι­α­τὶ ὄ­σο μπό­ρε­σαν ἔ­κα­ναν τὸ χρέ­ος τοὺς πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους τοὺς ἀ­φή­νον­τας πί­σω στα παι­δι­ὰ τοὺς μι­ᾷ ση­μαν­τι­κῇ πε­ρι­ου­σί­ᾳ καὶ κλη­ρο­νο­μί­α.

Καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α αὐ­τή, ποὺ μπό­ρε­σαν καὶ με­τέ­δω­σαν στα παι­δι­ὰ τούς, ἤ­ταν ἡ ἀ­λη­θι­νὴ καὶ γνή­σι­α πι­στὴ τούς, ἡ ἁ­γί­α ζω­ὴ τοὺς καὶ ἡ κα­τὰ Θε­ὸν πο­ρεί­α πά­νω στις ἀ­ξί­ες τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς πα­τρί­δας.

Ὁ Θε­ο­χά­ρης καὶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ως με­γα­λύ­τε­ροι ἀ­δελ­φοί, με­τὰ τὸν θά­να­το τῶν γο­νέ­ων τοὺς φρον­τί­σαν τὸν μι­κρο­τε­ρο ἀ­δελ­φὸ τοὺς Κων­σταν­τί­νο. Ὅ­ταν ἀν­δρώ­θη­κε φρον­τί­σαν να νυμ­φευ­θεῖ. Ἀ­πὸ τὸ γά­μο αὐ­τό με τὴν Σωσ­σά­νη ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο γι­ους, τὸν Γε­ωρ­γι­ο καὶ τὸν Θε­ο­χά­ρη. Οἱ ἴ­δι­οι, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κα­τέ­στη­σαν τὸν ἀ­δελ­φὸ τοὺς Κων­σταν­τί­νο στο πα­τρι­κὸ τοὺς σπί­τι, ἀ­πο­σύρ­θη­καν σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπι­τά­κι κον­τὰ στο να­ὸ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας «ἀ­παρ­νη­θέν­τες τὰ ἐγ­κό­σμι­α».

Ὅ­μαι­μοι καὶ Ὁ­μό­σκη­νοι

Ὁ πρῶ­τος βι­ο­γρά­φος τούς, ἀρ­χι­μαν­δρί­της Κων­στάν­τι­ος ἡ­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κά­τω Πα­να­γιάς, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸ ψω­μὶ τὸ ἔ­βα­ζαν σὲ ἕ­να πή­λι­νο σκεῦ­ός με μι­κρὸ ἄ­νοιγ­μα (ἴ­σα που να χω­ρεῖ τὸ ἕ­να χέ­ρι) γι­α να ὑ­πο­γραμ­μί­σει τὸ λι­τὸν τῆς τρο­φῆς τους.

Ἐ­νῶ δεν εἴ­χαν μο­να­χι­κὸ σχῆ­μα καὶ δεν εἴ­χαν κα­ρεῖ μο­να­χοὶ ἔ­κα­ναν καὶ τη­ροῦ­σάν με ἀ­κρί­βει­α τὸν κα­νό­να τοῦ με­γα­λο­σχη­μου μο­να­χοῦ. Κοι­νω­νοῦ­σαν τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων μί­α φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τῇ ζω­ῇ καὶ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν πα­τέ­ρων καὶ ἀ­σκη­τῶν τῆς ἐ­πο­χῆς τοὺς τὸ πνεῦ­μα τῶν ὁ­ποί­ων πέ­ρα­σε σ΄αὐ­τοὺς καί με τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λού.

Ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι τοὺς δεν ἔβ­γαι­ναν πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν εἴ­χαν ἀ­πο­λύ­τη ἀ­νάγ­κη καὶ ὅ­ταν ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον τούς, ὑ­πο­χρέ­ω­νε σὲ δι­α­κο­νί­α καὶ προ­σφο­ρά. Ἔτ­σι ὁ Θε­ο­χά­ρης δι­δά­σκε τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα στα Ἀρ­τη­νό­που­λα στο μι­κρὸ καὶ ­εκ­κλη­σά­κι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Κασ­σο­πί­τρας μέ­χρι τὸ 1818. Ἐ­κεῖ δεν τοὺς μά­θαι­νε μό­νο ξε­ρὰ γράμ­μα­τα καὶ δεν τοὺς με­τέ­δι­δε μο­να­χὰ στεῖ­ρες γνώ­σεις ἀλ­λὰ ἐ­πλά­θε κυ­ρί­ως τὴν ψυ­χὴ τοὺς πο­τί­ζον­τας τά με τὸ κα­θά­ρι­ο νε­ρὸ τῆς πί­στε­ως καὶ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ ἀ­να­βον­τας μέ­σα τοὺς τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὴν ἑρ­μῆ καὶ δού­λα πα­τρί­δα. Δεν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι ἀπ΄αὐ­τὸν τὸν δά­σκα­λο βγαί­νει σπου­δαῖ­ος μα­θη­τής, ὁ ἐ­θνε­γέρ­της καὶ ἀρ­χη­γὸς τῆς Φι­λι­κῆς Ἐ­τε­ρεί­ας, ὁ ἐκ Κομ­πο­τί­ου Νι­κό­λα­ος Σκου­φάς. Ἀ­λή­θει­α ποῖ­ος μπο­ρεῖ να με­τρή­σει τοὺς παλ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας δα­σκά­λου καὶ μα­θη­τὴ μέ­σα στῇ δι­α­δι­κα­σί­α με­ταγ­γι­σης ζω­ῆς; Ποῖ­ος μπο­ρεῖ να σκι­α­γρα­φή­σει, ἔ­στω καὶ κατ΄ὀ­λί­γον, τὶ συ­νέ­βαι­νε στην ψυ­χὴ τοῦ νε­α­ροῦ Σκου­φά, ἀ­κού­γον­τας τὸ φλο­γε­ρὸ δά­σκα­λο;

Ση­μαν­τι­κὸ τὸ ἔρ­γο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­χάρη καὶ με­γά­λη ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ὠ­φέ­λει­α τοῦ Ἀρ­τη­νοὺ λα­οῦ

ἀ­πό τις θε­ο­πνευ­στες ἐ­πί­σης ὁ­μι­λί­ες τοῦ στο μο­νύ­δρι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων.

Ὁ Ὅ­σι­ος Θε­ο­χάρης προ­σέ­φε­ρε ἀ­φι­λο­κερ­δὼς καὶ ἀ­κού­ρα­στά τις ὑ­πη­ρε­σί­ες τοῦ στην Μη­τρό­πο­λη Ἄρ­της ὅ­ταν Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὸς ἐ­πι­τρό­πος ἤ­ταν ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Θε­ο­το­κί­ου Βε­νέ­δι­κτος «ὁ με­γα­λο­πρε­πὴς καὶ ἐ­λε­ή­μων». Ὁ Βε­νέ­δι­κτος ἐ­κτι­μῶν­τας τὴν με­γά­λη αὐ­τὴ καὶ ἁ­γί­α προ­σω­πι­κό­τη­τα τὸν κά­λε­σε να ἐρ­γα­στεῖ ὡς γραμ­μα­τέ­ας του. Ὁ Θε­ο­χά­ρης πα­ρὰ τὸ φόρ­το καὶ τὸν κό­πο τῆς ἐρ­γα­σί­ας αὐ­τῆς οὐ­δέ­πο­τε πα­ρα­πο­νέ­θη­κε καὶ ἀρ­νή­θη­κε κά­τι, πα­ρὰ μό­νο σὲ πε­ρι­πτώ­σεις δι­α­ζυ­γί­ου, ἀ­φο­ρι­σμοὺ καὶ τι­μω­ρί­ας ἱ­ε­ρέ­α. Ἡ ἁ­γί­α τοῦ ψυ­χὴ καὶ ἡ συ­νεί­δη­σή του δεν τὸ ἄν­τε­χε, γι’αὐ­τὸ προ­σποι­ούν­ταν τὸν ἄῤ­ῥω­στο καὶ κα­τέ­φευ­γε στο ἀ­γα­πη­τὸ του κελ­λὶ ὅ­που ἔ­βρι­σκε πα­ρη­γο­ρί­α στην προ­σευ­χὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ στις πο­λυ­ά­ριθ­μες με­τα­νοι­ες.

Ὁ Βε­νέ­δι­κτος με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς πα­ρα­κλή­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ Θε­ο­χά­ρης δεν ἤ­ταν γι’ αὐ­τὴ τῇ δου­λεί­ᾳ καὶ τὸν ἁ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὰ κα­θή­κον­τά του δί­νον­τας τὸ χρό­νο ὅ­λο γι­α προ­σευ­χὴ καὶ με­λέ­τη τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων.

Στην ἀ­σκη­τι­κὴ αὐ­τὴ πο­ρεί­α, συ­νο­δοι­πό­ρος καὶ συ­να­σκη­τῆς ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­πό­στο­λος ἀ­δελ­φὸς κα­τὰ σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­χάρη.

Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι οἱ ἅ­γι­οι εἴ­χαν δύ­ο στά­μνες (πή­λι­να δο­χεῖ­α) γι­α νε­ρό. Κα­τὰ τῇ νύ­κτα πή­γαι­ναν τῇ μί­α στά­μνα στο πη­γά­δι που τῇ γέ­μι­ζαν οἱ γυ­ναῖ­κες τὴν ἡ­μέ­ρα. Τὸ βρα­δὺ πή­γαι­νε ἔ­νας ἀπ’ αὐ­τοὺς τὴν ἔ­παιρ­νε καὶ ἄ­φη­νε γι­α γέ­μι­σμα τὴν ἄλ­λη στά­μνα. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­μαν γι­α­τὶ ἤ­ταν ἐ­ρα­στὲς τῆς ἡ­συ­χί­ας καὶ τῆς προ­σευ­χῆς. Με αὐ­τὴ τοὺς τῇ στά­σῃ καὶ προ­σευ­χὴ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν δυ­να­μι­κὰ στο λα­ὸ τῆς πό­λης κα­τὰ τῇ δι­αρ­κει­α τῶν με­γά­λων καὶ θα­να­τη­φό­ρων ἐ­πι­δη­μι­ῶν πα­νώ­λης (πα­νού­κλας) που ἐ­νέ­σκυ­ψαν στην Ἀρ­τα, ἡ πρώ­τη στις 2 Μα­ΐ­ου τοῦ 1816 καὶ ἡ δεύ­τε­ρη τὸ 1823.

Οἱ δύ­ο ἀ­δελ­φοὶ δεν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἀλ­λὰ νυ­χθή­με­ρον κλει­σμέ­νοι στο ἐ­ρη­μη­τή­ρι­ο τοὺς προ­σεύ­χον­ταν μέ­χρι που ὁ Θε­ὸς καὶ δι­ὰ πρε­σβει­ῶν τοῦ Ἁ­γί­ου Βησ­σα­ρί­ω­νος, τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν κᾶ­ρα ἔ­φε­ραν καὶ λι­τά­νευ­σαν οἱ Ἀρ­τη­νοί, ἀ­πο­μά­κρυ­ναν τὸ θα­να­τι­κὸ καὶ ὁ λα­ὸς ξα­να­γύ­ρι­σε στα σπί­τι­α τούς. Μὲ τῇ στά­σῃ τοὺς αὐ­τοὶ οἱ ἅ­γι­οι αὐ­τά­δελ­φοι ἔ­δω­σαν δύ­να­μη καὶ κου­ρά­γι­ο στους κα­τοί­κους τῆς πό­λης οἱ ὁ­ποῖ­οι πλέ­ον με πο­λὺ σε­βα­σμὸ τι­μού­σαν αὐ­τούς.

Ἡ κοί­μη­σις τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­χά­ρους

Ὁ Θε­ο­χά­ρης προ­γνω­ρί­ζει τὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του καὶ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν αὐ­τά­δελ­φό του καὶ συ­να­θλη­τῇ Ἀ­πο­στο­λο να εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ἱ­ε­ρέ­α να ἔλ­θει να τὸν κοι­νω­νή­σει τὴν δω­δε­κά­τη με­σημ­βρι­νὴ ὥ­ρα τῆς Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας με θλί­ψη καὶ σε­βα­σμὸ ἔρ­χε­ται στο μι­κρὸ σπι­τά­κι ὅ­που ὁ ὅ­σι­ος Θε­ο­χάρης με ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α κοι­νω­νεῖ γι­α τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τὰ Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρι­α. Με­τὰ δι­νεῖ τις τε­λευ­ταῖ­ες ὁ­δη­γί­ες καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ες στον «ἁ­πλοῦν καὶ ἀ­κέ­ραι­ον τῇ ψυ­χῇ Ἀ­πό­στο­λον».

Τὸν πα­ρα­κα­λεῖ πρώ­τα πρώ­τα να συ­νε­χί­σει με τὸν ἴ­δι­ο ζῆ­λο τὴν ἴ­δι­α φι­λό­θε­η καὶ φι­λάν­θρω­πη ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ή. Ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ εἶ­ναι στην κη­δεί­α τοῦ να πα­ρα­στεῖ ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ἄρ­της, να ἐν­τα­φι­α­σθεῖ στον να­ὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων καὶ οὐ­δέ­πο­τε να γί­νει ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν λει­ψά­νων τοῦ. Τὴν οἰ­κεί­α τοῦ τέ­λος δω­ρί­ζει στον ἱ­ε­ρὸ να­ὸ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας ὅ­που ἐ­φη­μέ­ρευ­ε ὁ πα­τέ­ρας τοῦ καὶ ὅ­που ἐ­κεῖ ὁ ἴ­δι­ος εἶ­χέ τις πρῶ­τες καὶ ση­μαν­τι­κὲς πνευ­μα­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες.

Ἡ ἀγ­γε­λί­α τοῦ θα­νά­του τοῦ τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ τοῦ 1828 προ­κά­λε­σε ὀ­δύ­νη καὶ θλί­ψη στον ἀρ­τη­νὸ λα­ό πού με σε­βα­σμὸ καὶ εὐ­λά­βει­α ἔ­τρε­ξαν ἅ­παν­τες στην ἐ­ξό­δι­ο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ στην ὁ­ποί­α χο­ρο­στά­τη­σε ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ἄρ­της Νε­ό­φυ­τος. Ὁ Νε­ό­φυ­τος με λό­γι­α ἁ­πλὰ καὶ συγ­κι­νη­τι­κὰ ἐκ­φώ­νη­σε ἐ­πι­κή­δει­ο λό­γο, ἀ­νέ­φε­ρε τις ἀ­ρε­τές, τὴν πι­στὴ καὶ τὴν ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ὴ τοῦ Θε­ο­χά­ρους καὶ προ­έ­τρε­ψε τοὺς πι­στοὺς να μι­μη­θοὺν τὴν ἁ­γί­α του­ ­ζω­ή. Ὁ ἴ­δι­ος εὐ­χή­θη­κε γι­α τὸν ἑ­αυ­τὸ τοῦ να τύ­χει τέ­τοι­ας με­γά­λης εὐ­λο­γί­ας καὶ να πε­θά­νει τέ­τοι­α με­γά­λη μέ­ρα. Πραγ­μα­τι­κὰ τὴν ἄλ­λη χρο­νιά, τὸ 1829, τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ἐ­ξε­δή­μη­σε πρὸς Κύ­ρι­ον καὶ ὁ σε­μνὸς αὐ­τὸς Ἱ­ε­ράρ­χης.

Στην κη­δεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου συ­νέ­βη­σαν «ἐ­ξαί­σι­α καὶ με­γά­λα θαύ­μα­τα». Οἱ τέσ­σε­ρις λαμ­πά­δες τοῦ νε­κρο­κρέ­βα­του κα­τὰ τὴν νε­κρι­κὴ πομ­πὴ ἐ­νῶ ἤ­ταν σβη­σμέ­νες, ἀ­νά­ψαν, καὶ ἀῤ­ῥή­τη εὐ­ω­δί­α σκόρ­πι­σε τὸ ἅ­γι­ο σκή­νω­μά του. Ἡ εὐ­ω­δί­α αὐ­τὴ πλημ­μύ­ρι­σε καὶ τὸ να­ὸ τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων ἀλ­λὰ καὶ τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι που ζοῦ­σε ὁ Ἅ­γι­ος. Ἄλ­λη μαρ­τυ­ρί­α ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τῆς ἐ­ξο­δί­ου ἀ­κο­λου­θί­ας, ἀ­νά­ψαν ἀ­πὸ μό­να τοὺς τὰ κε­ρι­ὰ τοῦ πο­λυ­ε­λαί­ου τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, θαῦ­μα καὶ πι­στο­ποι­ή­σῃ ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ τῆς ἁ­γί­ας καὶ φω­τει­νῆς ζω­ῆς τοῦ.

Ὁ Ἅ­γι­ος ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, στο χῶ­ρο μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τῆς νο­τί­ας πλευ­ρὰς τοῦ να­οῦ.

Κα­τὰ τὸ 1866 ὅ­ταν ἡ­γού­με­νος τοῦ μο­νυ­δρί­ου ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κορ­νή­λι­ος, ἀ­να­καί­νι­σε τὸ μο­νύ­δρι­ο, βρῆ­κε στο χῶ­ρο αὐ­τὸ κά­τω ἀ­πὸ μι­ᾷ πλά­κα σκε­πα­σμέ­νη τὴν «χα­ρι­τό­βρυ­τον αὐ­τοῦ κά­ραν πνέ­ου­σαν ἄῤ­ῥη­τον εὐ­ω­δί­αν». Ἀ­φοῦ τὴν προ­σκύ­νη­σε εὐ­λα­βι­κὰ τὴν κά­λυ­ψε ὅ­πως ἀρ­χι­κὰ ἤ­ταν, σε­βό­με­νος τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἔτ­σι ὁ χῶ­ρος τῆς τα­φῆς τοῦ ἁ­γί­ου πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­πεί­ρα­κτος.

Τὸ τέ­λος τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου

Δε­κα­ε­πτὰ χρό­νι­α ζει με­τὰ τὴν κοί­μη­ση τοῦ ἁ­γί­ου αὐ­τα­δέλ­φου τοῦ Θε­ο­χάρη, κον­τὰ στον ἄλ­λο τοὺς ἀ­δελ­φὸ Κων­σταν­τί­νο τὴν ἴ­δι­α θε­ο­φι­λῆ ζω­ή.

Ὅ­ταν καὶ ὁ ἴ­δι­ος προ­εῖ­δε τὸ τέ­λος τοῦ πα­ρα­κά­λε­σε τὸν ἀ­δελ­φὸ τοῦ να τα­φεῖ χω­ρὶς τι­μὲς στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας. Πραγ­μα­τι­κὰ ὅ­ταν πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ τοῦ στον Κύ­ρι­ο κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1845, τὸ λε­ι­ψα­νό του ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στο κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας στο χῶ­ρο πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ Βῆ­μα τοῦ να­οῦ. Τρεις μέ­ρες με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀ­πο­στό­λου εὐ­σε­βεῖς γυ­ναῖ­κες πή­γαν στον τά­φο –ὅ­πως εἶ­ναι συ­νή­θει­α μέ­χρι σή­με­ρα, να ῥί­ξουν νε­ρὸ καὶ να τὸν καλ­λω­πί­σουν. Ἔκ­πλη­κτες βρέ­θη­καν μπρο­στὰ σ΄ἕ­να ἀ­πρό­σμε­νο θέ­α­μα. Βρή­καν «ἐκ­φυ­ὲν εἰς τὸ μέ­σον τοῦ τά­φου πρω­το­φα­νὲς θαυ­μά­σι­ον ἄν­θος ἐκ­πέμ­πον ἄῤ­ῥη­τον εὐ­ω­δί­αν», πρᾶγ­μά που φα­νέ­ρω­νε ἐκ Θε­οῦ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­πο­στό­λου.

Ἡ Τι­μὴ τῶν Ἁ­γί­ων

Ἡ μνή­μη τῶν ὁ­σί­ων αὐ­τα­δέλ­φων πα­ρέ­μει­νε ἀ­νε­ξά­λη­πτη στους κα­τοί­κους τῆς πό­λε­ως τῆς Ἀρ­τας οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του τους, τοὺς τι­μού­σαν ὡς Ἁ­γί­ους μνη­μο­νεύ­ον­τας τους κα­τὰ τὴν Τε­τάρ­τη τῆς Δι­α­και­νη­σί­μου Ἑ­βδο­μά­δος (Πά­σχα).



| |

Ακολουθήστε μας στα social media