top line
logo
  • Αρχική
  • Αφιερώματα
  • Χρυσόστομος Βούλτσος: Επίσκοπος Δωδώνης μετέπειτα Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης (Β' Μέρος)

Χρυσόστομος Βούλτσος: Επίσκοπος Δωδώνης μετέπειτα Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης (Β' Μέρος)

ΜΕΡΟΣ Β΄

Από Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης, μετατίθεται το 1961 στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων με επόμενο σταθμό στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας από το 1961 εως το 1962 και τελευταία στην πόλη των Αθηνών στην Ιερά Αρχιεπισκοπή από το 1962 εως το 1970.

Αναλαμβάνει τα καθήκοντα του Διευθυντή του Θεολογικού Οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από το 1965 εως το 1968. Τότε γνώρισε και αρκετούς Κυπρίους φοιτητές, ανάμεσα στους οποίους ο μετέπειτα πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αντωνίου.

Γύρω στα 1966, απόγευμα Σαββάτου, κάπου στην Καλλιθέα ή στις Τζιτζιφιές επισκέφθηκε μια μικρή αυλή μ’ ένα χαμόσπιτο, που στέγαζε μια άρρωστη μάνα μ’ ένα ανάπηρο αγόρι, γύρω στα τριάντα, πάνω στο αναπηρικό του καρότσι. Μπήκε χωρίς σχεδόν να χτυπήσει, τραγουδώντας, με τον τρόπο που συνήθιζε, κάποιο τραγούδι των χριστιανικών ομάδων. Οι δύο ένοικοι δε φάνηκαν να ξαφνιάζονται. Και ο Χρυσόστομος, αφού αγκάλιασε το ανάπηρο παιδί και άφησε τη σακούλα με τα πράγματα που κουβαλούσε, έβγαλε το ράσο του, ανασκούμπωσε το αντερί του και στρώθηκε στη δουλειά, μουρμουρίζοντας πάντα ένα τραγούδι ή κάποιο τροπάρι. Σε μια περίπου ώρα είχε πλύνει το αγόρι, είχε καθαρίσει το μικρό δωμάτιο. Μια τρυφερότητα ανέβλυζε τώρα στο χώρο τόσο μεστή κι αληθινή, που η ανυπαρξία μεταμορφώθηκε σε ροδαλή ζωή, και το μάργωμα του θανάτου έγινε φως Αναστάσεως!

Στις 22 Ιουνίου 1970 εξελέγη βοηθός Επίσκοπος του τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Σεραφείμ Τίκα υπό τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης επισκοπής Δωδώνης.

B Β1

B Β2

B Β3

B Β4

B Β5

Το 1974 εξελέγη πρώτος Μητροπολίτης της αρτισύστατης Μητρόπολης Νέας Σμύρνης και η ενθρόνισή του έγινε στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Φωτεινής στις 15 Ιουνίου 1974.

B Β6

Ο Ιερός άμβωνας γνώρισε, το γλαφυρό και φλογερό Ιεροκήρυκα, ο οποίος με τη διδασκαλία του συνήρπαζε τις ψυχές των ακροατών του. Με το κήρυγμά του, που ήταν απόηχος του εσωτερικού του βιώματος, περνούσε προς το λαό του Θεού το μήνυμα της λύτρωσης.

Κατά το διάστημα της ποιμαντορίας του ο αείμνηστος Χρυσόστομος ίδρυσε πλήθος κοινωφελών εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, ευνόησε την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής κίνησης ανάμεσα στους νέους, οργάνωσε υποδειγματικά κατηχητικά σχολεία, οργάνωνε αποστολές ασθενών στο εξωτερικό για θεραπεία , τους οποίους τις περισσότερες φορές συνόδευε ο ίδιος και στελέχωσε την Μητρόπολή του με πλήθος μορφωμένων κληρικών. Επίσης, βοήθησε να σπουδάσουν στην Αθήνα παιδιά προσφυγικών οικογενειών από την Κύπρο.

B Β7

Ακούραστος, έτρεχε παντού να δώσει τη χαρά, την ανακούφιση. Να μοιραστεί τη θλίψη, την κακοτυχία, την ανημποριά. Πόσες φορές δεν βρισκόταν σε σπίτια ανήμπορων και παραμελημένων γερόντων! Ανασηκώνοντας τα ράσα έπαιρνε τη σκούπα και καθάριζε το σπίτι, ενώ παρηγορούσε με λόγια αγάπης, Φεύγοντας χωρίς να τον δει κανένας, ακουμπούσε χρήματα κάτω από το δίσκο που του έφερνε η γιαγιά τον καφέ.

Έτρεχε ασταμάτητα, όπου υπήρχε πρόβλημα και πάντα κάποια λύση έδινε. Αγαπούσε τον άνθρωπο, γιατί ήταν και αυτός Άνθρωπος!

B Β8

Δείγμα της αγάπης του το πιο κάτω περιστατικό.

Κάποιο απόγευμα είχε ακούσει ότι ένας κάτοικος της ενορίας του έχασε την μοναχοκόρη του. Έμαθε πού μένει. Έτρεξε κοντά στην πονεμένη μάνα και τον απαρηγόρητο πατέρα. Έμεινε μαζί τους όλο το βράδυ.

Δεν είπε σε κανένα ποιος ήταν, (ποτέ δεν έλεγε). Έκλαψε μαζί τους. Τους έλεγε λόγια παρηγοριάς. Φεύγοντας, ο πατέρας της νεκρής παρακάλεσε τον άγνωστο ιερέα: «Θέλω μια χάρη από σένα. Εσένα σίγουρα θα σε ακούσει ο Δεσπότης. Όνειρό μου ήταν την κόρη μου να την παντρέψει ο Δεσπότης. Αφού τώρα είναι νεκρή, θέλω να της κάνει την κηδεία της». Φανταστείτε τη συγκίνηση των δύο γονιών, όταν στην εκκλησία αντίκρυσαν τον απλό παπά που βρισκόταν όλο το βράδυ μαζί τους στη θέση του Δεσπότη.

Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος σε διάφορες εκκλησιαστικές αποστολές και υπήρξε πρόεδρος των Ορθόδοξων Χριστιανικών Ενώσεων , διαδεχθείς τον πνευματικό του πατέρα π. Άγγελο Νησιώτη από την Κιουτάχεια (αρχαίο Κοτύαιο, τόπο μαρτυρίου του αγίου Μηνά του Αιγυπτίου) της Φρυγίας της Μ. Ασίας. Ο πνευματικός πατέρας του Μητροπολίτη Χρυσόστομου υπήρξε αριστούχος της Ριζάρειου Σχολής Αθηνών και ευτύχησε να έχει καθηγητή τον Άγιο Νεκτάριο, Επίσκοπο Πενταπόλεως.

Λίγο μετά το Πάσχα του 1986, ο μακαριστός Νέας Σμύρνης, Χρυσόστομος, επισκέφθηκε για πρώτη και μοναδική φορά την Σμύρνη. Προηγουμένως πέρασε από την Πόλη και υπέβαλε τα σέβη του στον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη, Δημήτριο.

Κατά τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη, το επισκοπικό αξίωμα είναι «πατρική κηδεμονία, ουκ αλογοθέλητος εξουσία». Ο μακαριστός Χρυσόστομος γνώριζε πολύ καλά ότι ως Επίσκοπος είναι πρώτιστα πατέρας. Πατέρας που αγαπά μέχρις αυτοθυσίας. Πατέρας που νοιάζεται και μοχθεί «ψυχάς αρπάσαι κόσμου και δούναι Θεώ», όπως λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος. Πατέρας και σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής, που όμως, όταν χρειαζόταν, γινόταν και αυστηρός τιμητής. Η πατρική του γλώσσα και φωνή ήταν συνήθως «ωσεί αύρα λεπτή». Ενίοτε όμως γινόταν γλώσσα και φωνή βροντής πάντοτε όμως φωνή Κυρίου. Γιατί στο βάθος έβλεπε μονίμως τον εαυτό του ως Κυρηναίο του σταυρού όλων. Ως πατέρας και σύμβουλος πνευματικός γνώριζε επίσης τη γλώσσα της σιωπής. «Οι Σειρήνες, λέει, κάπου ο Κάφκα, έχουν ένα όπλο πιο φοβερό κι απ΄ το τραγούδι – τη σιωπή τους». Αυτό το όπλο της σιωπής ο μακαριστός Γέροντας ήξερε να το χρησιμοποιεί με έναν αριστοτεχνικό τρόπο. Και για να προσελκύσει και για να οδηγήσει σε μετάνοια και επιστροφή. Για την επισκοπική εξουσία, ο μακαριστός Ιεράρχης γνώριζε να ασκεί εξουσία, όχι όμως «αλοθέλητον» , παράλογη, αυταρχική, ετσιθελική, δεσποτική. Δεν λησμονούσε την προτροπή του Αποστόλου Πέτρου: «Ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού … μη ως κατακυριεύοντες των κλήρων, αλλά τύποι … του ποιμνίου». Το μαρτυρούν οι κληρικοί του και οι συνεργάτες του, που είχαν την ευλογία να υπηρετήσουν στην επισκοπή του. Βιώνοντας αυθεντικά και γνήσια το επισκοπικό του αξίωμα, ως διακονία προς το Χριστό και το χριστεπώνυμο πλήρωμα, δεν παρασυρόταν από την εφήμερη δόξα, δηλαδή την εφήμερη χοϊκότητα. Γνώριζε βαθιά μέσα του ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι επηρμένος, εξουσιαστικός, δεσποτικός; ΄Ετσι η ποιμαντορική του ράβδος, περισσότερο από ράβδος εξουσίας και δύναμης, ήταν ράβδος ελέους και δικαιοσύνης, ράβδος ευθύτητος και παραμυθίας. Ράβδος, στην οποία στηριζόμενος, μπορούσε, ως ο Δαβίδ, να είναι «εν λαίουσι παίζων ως εν ερίφοις, και εν άρκτοις ως εν …. προβάτων».

B Β9

Εμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του απλός και άτυφος. Δεν τον θάμπωσε η αίγλη του επισκοπικού αξιώματος και δεν τον μέθυσε η δύναμη της εξουσίας. Ιδιαίτερα στις σχέσεις του με τους ιερείς και τους συνεργάτες του. Υπήρξε ο πατέρας και ο αδελφός. Καταδεκτικός, προσηνής, ανοιχτός στο διάλογο. Αποστρεφόταν τη διαβολή, τη συκοφαντία, την κατάκριση. Είχε βαθύ το αίσθημα της δικαιοσύνης μέσα του. ΄Ηταν αντικειμενικός και αμερόληπτος.

B Β10

Η βαθιά ανθρωπογνωσία και η άγρυπνη παρακολούθηση της κοινωνικής πραγματικότητας που είχε, τον βοηθούσαν να κατανοεί όλα τα προβλήματα των κληρικών του: προσωπικά, οικογενειακά, οικονομικά. Και η κατανόηση αυτή μεταφραζόταν σε μια στάση και συμπεριφορά που φανέρωνε τον πλούτο της καρδιάς του… Επάνω απ’ όλα όμως, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος υπήρξε ο επίσκοπος της αγάπης, των αρρώστων, των νοσοκομείων. Ο επίσκοπος των φτωχών και των πονεμένων …».

Μαρτυρία του κ. Ευστάθιου Γιαννή, Δρ. Θεολογίας

Συνεχίζεται…..

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ



| |

Ακολουθήστε μας στα social media