Skip to main content

«Τὸν νοερὸν ἀδάμαντα, τῆς καρτερίας ἀδελφοί, πνευματικῶς εὐφημήσωμεν, Γεώργιον τὸν ἀοίδιμον Μάρτυρα».

22 Απρ 2026 21:50

του Σεβ.Μητρ. Αιτωλίας & Ακαρνανίας κ.κ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Κάποιοι ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας λέγουν, πώς μαζί μέ τό ἔαρ τό ὑλικό, τήν ἄνοιξη τῆς φύσεως, ἦρθε καί τό ἔαρ τό πνευματικό, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς μνήμης τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. «Ἀνέτειλε τὸ ἔαρ, δεῦτε εὐωχηθῶμεν, ἐξέλαμψεν ἡ Ἀνάστασις Χριστοῦ, δεῦτε εὐφρανθῶμεν».

Κάθε ἕνας Ἄγιος εἶναι μία ἀπόδειξη τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Διότι ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνίστατο ἐκ τῶν νεκρῶν, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες δέν θά καταφρονοῦσαν τόν θάνατο. Μέ τήν δύναμη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ κατεφρόνησαν ὄχι μόνο τόν θάνατο, ἀλλά και τά ποικίλα μαρτύρια καί βασανιστήρια πού ὑποβλήθηκαν γιά τήν πίστη τους στόν Χριστό.

Καί ὁ Ἅγιος Γεώργιος, ἀφοῦ μέ ὑπομονή ἄντεξε τό μαρτύριό του γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα πού ἔκαιγε στήν καρδιά του, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς «νοερός ἀδάμας τῆς καρτερίας» καί ὡς «γενναιότατος ἀθλητής καί στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος συγκαταλέγεται στούς Μεγαλομάρτυρες καί εἶναι ἀπό τούς πιό λαοφιλεῖς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔζησε στά τέλη τοῦ 3ου – ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ., στήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ἡ ἐποχή του, ὑπῆρξε ἐποχή σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Εἶχε μεγάλο ἀξίωμα. Ἦταν κόμης καί διακρινόταν σέ ὅλες τίς στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις γιά τήν γενναιότητα καί τήν ἀνδρεία του. Παρ’ ὅλη ὅμως τήν δόξα καί τίς τιμές, δέν ἀρνήθηκε νά θυσιάσει τά πάντα καί νά ὁμολογήσει μέ παρρησία μπροστά στόν αὐτοκράτορα καί σέ πολλούς ἄρχοντες, τήν Χριστιανική του πίστη. Ὑπέμεινε πολλά καί φρικτά βασανιστήρια καί στό τέλος ἀναδείχτηκε Μεγαλομάρτυς.

Ἄν ἐξετάσουμε ὅλη τήν ζωή μας πνευματικά, θά δοῦμε ὅτι, πέρα ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, ἐκεῖνο πού μᾶς λείπει περισσότερο ἀπ΄ ὅλα, εἶναι μια ζωντανή ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ἕνας ἔρωτας πρός τόν Χριστό.

Κοινό χαρακτηριστικό ὅλων τῶν Ἁγίων εἶναι αὐτός ὁ θεῖος ἔρως. Αὐτός ὁ θεῖος πόθος, ὁ ὁποῖος κατέφλεγε τά στήθη τους καί δέν τούς ἄφηνε νά ἡσυχάσουν, ἕως ὅτου προσφέρονταν ὡς θυσία, ὡς ὁλοκαυτώματα ἱερά πρός τόν ἀγαπώμενο Κύριο. Γι΄ αὐτόν τόν λόγο, τά μαρτύρια, τά βασανιστήρια καί τά κολαστήρια, ὄχι μόνο δέν τά φοβόντουσαν ἀλλά καί τά ἐπιζητοῦσαν, γιά  νά ἐκπληρώσουν καί νά ἐκφράσουν μέσω αὐτῶν, τήν ἀγάπη τους, τόν ἔρωτά τους πρός τόν Ἀναστάντα  Χριστό.

Καί μπορεῖ ἐξωτερικά νά φαίνοταν, ὅτι νικάει ὁ κόσμος καί ὁ διάβολος, διότι τό τέλος παρουσιάζεται ὡς ὀδυνηρό καί χωρίς ἐλπίδα, ἀλλά ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες εἶχαν μέσα τους τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔβλεπαν πέραν τὴς σαρκός, πέραν τοῦ τάφου καί τοῦ ἀφανισμοῦ. Ἔβλεπαν ὅτι «σπείρεται σῶμα σαρκικόν ἀλλά ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν» (Κορ. 15, 44). Ἔβλεπαν τήν αἰωνιότητα καί τήν Ἀνάσταση.

Ὁ Κύριος νά εἶναι, λοιπόν, ὄντως ποθούμενος γιά ἐμᾶς. Καί ὅλη μας ἡ ζωή νά εἶναι μία πορεία, μία ἀνύψωση μέ πολύ ἱερό πόθο πρός τόν Κύριό μας. Ἀμήν.