top line
logo

Ο παπα-Μανώλης όπως τον έζησα...

του Αρχιμανδρίτου π. Νήφων Συριανού

Ιεροκήρυκα- Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου

Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας

Είναι αλήθεια, ότι η αγάπη και η ευσπλαχνία του Θεού απεργάζεται τη σωτηρία του ανθρώπου μέσα από καταστάσεις, περιστάσεις και πρόσωπα ιερά, τα οποία φέρνει στο διάβα της ζωής μας. Ο κάθε άνθρωπος στη ζωή αυτή συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους και η προσωπική του ιστορία συνυφαίνεται με πολλά γεγονότα. Καθένας, αν στρέψει το βλέμμα του στο παρελθόν και αφεθεί στο ταξίδι των αναμνήσεων, θα διαπιστώσει αυτήν την πραγματικότητα. Και οπωσδήποτε η θύμηση προσώπων, που συνοδοιπόρησαν μαζί του σε κάποια χρονική στιγμή, θα φέρει δάκρυα νοσταλγίας στα μάτια του.

Στην προσωπική μου ζωή και πορεία η δαψίλεια της αγάπης του Θεού έφερε πολλά πρόσωπα. Πρόσωπα αγαπημένα, ιερά και άγια. Πολλά εξ αυτών ήδη αναπαύονται «εν χώρα ζώντων» και η αναθύμησή τους με οδηγεί πάντοτε, «κατά χρέος ιερόν και καθήκον άγιον», στο να μνημονεύω των ονομάτων τους σε κάθε Θεία Λειτουργία. Είναι εξάλλου το μόνο πού μπορώ να κάνω γι’ αυτούς ως έκφραση της αγάπης, της τιμής και της ευγνωμοσύνης, αλλά και ο μόνος τρόπος να συναντώμεθα, μέσω της λειτουργικής προσευχής, στην Ιερά Προσκομιδή.

Ένα απ’ αυτά τα ιερά και άγια και ευλογημένα πρόσωπα της προσωπικής μου πορείας υπήρξε ο αοίδιμος πλέον Ιερέας π. Εμμανουήλ Τζαννιδάκης. Ήταν η πρώτη ιερατική φυσιογνωμία που αντίκρισαν τα παιδικά μου μάτια πριν σχεδόν 30 χρόνια. Θυμάμαι την εικόνα του, που απετύπωσε στη σκέψη μου η μνήμη, αυτή η εσχάτη επιστάτισσα της ζωής μας, όταν τον πρωτοείδα: ένα λευκασμένο και σεβάσμιο πολιό Γέροντα. Η ιεροπρεπής μορφή του μού προκαλούσε τέτοια γαλήνη, πού οσάκις τον συναντούσα, είτε τυχαία είτε φαινομενικά τυχαία, έτρεχα να πάρω την ευχή του, να του φιλήσω το χεράκι, να παρατηρήσω και να περιεργαστώ τα ράσα του και να αρχίσω εκείνες τις αλλεπάλληλες παιδικές ερωτήσεις, στις οποίες με υπομονή και καλοσύνη πάντοτε μού απαντούσε. Το σπίτι του σιγά-σιγά μού έγινε πολύ οικείο και η εν Κυρίω αναστροφή μου με τον Γέροντα Ιερέα του χωριού, τον παππούλη, όπως τον αποκαλούσα, ήταν πλέον καθημερινή.

Δεν ξέρω γιατί απ’ όταν τον πρωτοείδα αισθανόμουν μία ανερμήνευτη έλξη προς εκείνον. Ίσως αυτή η έλξη να ήταν προπομπός της, όχι μετά από πολύ καιρό, διαφαινόμενης ιερατικής μου κλίσεως. Οπωσδήποτε το χέρι του Θεού, μέσα από γεγονότα και καταστάσεις, με έφερε τόσο κοντά στον παπα-Μανώλη, που όταν λόγοι, ανεξάρτητοι της δικής μου θελήσεως, μού στέρησαν το χωριό που αγάπησα, η μεγάλη μου στενοχώρια ήταν, ότι δεν θα μπορούσα να είμαι κοντά στον παππούλη. Ωστόσο, οι μετά ταύτα συνεχείς επισκέψεις μου στο χωριό, για να δω τους συγγενείς μου, διεσκέδασαν την ανησυχία μου, αφού αυτές οι επισκέψεις ήταν πάντοτε αφορμή να συναντώ τον παππούλη. Θυμάμαι ένα απόγευμα Σαββάτου, μετά την ακολουθία του Εσπερινού, καθώς κάτι τακτοποιούσε στο Ιερό Βήμα του Ιερού Ναού της Αγίας Άννας, εγώ περιστρεφόμουν γύρω του. Ήθελα κάτι να του πω, αλλά ντρεπόμουν. Εκείνος διακρίνοντας την αγωνία μου με ρώτησε, αν θέλω κάτι. Δραττόμενος της ευκαιρίας κι εγώ, τού είπα, ότι θα ήθελα να γίνω σαν αυτόν, ιερέας. Χάρηκε με αυτό που άκουσε λέγοντας μου, ότι αυτά είναι του «Θεού δουλειές». Είσαι μικρός ακόμα. Και ήμουν όντως μικρός. Μαθητής της Δ’ Δημοτικού. Ποτέ όμως δεν άλλαξα γνώμη. Ήμουν βέβαιος από τότε, ότι ήθελα να γίνω κληρικός, σαν αυτόν.

Τα χρόνια πέρασαν, όπως το νερό στο ρυάκι. Εγώ μεγάλωνα, μα ποτέ δεν ξέχασα τον παππούλη. Είχαμε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία. Πάντοτε μάθαινε νέα μου και πάντοτε χαιρόταν για την πρόοδό μου. Η εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο γέμισε με ανεκλάλητη χαρά την αγαπώσα καρδιά του και οι εκ βαθέων ευχές του ήταν για μένα εφόδιο πολύτιμο. Έτσι έφτασε ο καιρός που αυτή η κλίση, την οποίαν ο ίδιος καλλιέργησε με τον τρόπο του, τη ζωή του, το παράδειγμά του, την γλυκύτητά του, να γίνει κλήση. Ακόμα αντηχούν στ’ αφτιά μου οι  ενθουσιώδεις ευχές του για την επικείμενη χειροτονία μου είς Διάκονον. Το γεγονός της, προς 11ετίας, εισόδου μου στα «άγια των αγίων», την αγία και ατίμητη ιερωσύνη το πανηγύρισε. Δυσκολευόταν στην αρχή, όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, να με αποκαλεί με το μοναχικό μου όνομα, π. Νήφων και με έλεγε Λεωνίδα. Σύντομα όμως το συνήθισε. Και μάλιστα είχε τόση διάκριση, που χρησιμοποιούσε πληθυντικό, προτάσσοντας πάντοτε, πριν την προφορά του ονόματός μου, την λέξη ‘’πάτερ’’. Πόση διάκριση! Πόση σεμνότητα! Πόση ταπείνωση! Πολυτιμότατες παρακαταθήκες που με τον τρόπο του σμίλευσε, χωρίς λόγια και υποδείξεις, στην ψυχή μου.

Το 2016, παρ’ όλο που δεν ταξιδεύω εύκολα, το Μνημόσυνο ενός κατά πάντα αγαπημένου μου προσώπου, της θείας Άννας, οδήγησε τα βήματά μου στο χωριό. Με πόση χαρά και καμάρι παρατηρούσε πώς λειτουργώ, πώς κηρύττω. Με πλησίασε στο τέλος της Θείας Λειτουργίας και με κατακόσμησε με τις άγιες ευχές του. Έσκυψα να ασπαστώ τα αγιασμένα χέρια του και πριν προλάβω, είχε ήδη εκείνος ασπαστεί τα δικά μου…

Στα χρόνια που ακολούθησαν η υγεία του, λόγω και της προχωρημένης του ηλικίας, έβαινε σταθερώς επιδεινούμενη. Συνετέλεσε, αναντιλέκτως σε αυτό, και η αιφνίδια κοίμηση της καλής του πρεσβυτέρας Αθηνάς. Παρ’ όλα αυτά δεν έκανε εκπτώσεις στα καθήκοντά του, δίνοντας μας το παράδειγμα, ότι η θέση του ιερέως, ακόμα και όταν συνταξιοδοτηθεί, είναι στο Ναό και στο Ιερό Θυσιαστήριο. Γι’ αυτό και όσο του ήταν εύκολο μετέβαινε στο Ναό, προκειμένου να εκκλησιαστεί και να κοινωνήσει.

Ευλογήθηκε από τον Κύριο να έχει έναν καλό διάδοχο, τον π. Αντώνιο, έναν ταπεινό λευίτη, ο οποίος με πολύ σεβασμό και υιική αγάπη περικράτησε το γήρας του Γέροντος προκατόχου του, καθιστάμενος για εκείνον βακτηρία και αναψυχή.

Η επ’ εσχάτων ενσκήψασα πανδημία του covid-19, δυστυχώς, μού στέρησε τη δυνατότητα της συναντήσεως με τον παππούλη. Σήμερα το πρωί πληροφορήθηκα την οσιακή κοίμησή του. Ένιωσα πως ένα κομμάτι της καρδιάς μου κόπηκε, αλλά η ελπίδα του θεμελίου της πίστεώς μας, δηλονότι της Αναστάσεως, απαλύνει τον πόνο του πρόσκαιρου αποχωρισμού. Θα συναντώμεθα κάθε φορά στην ιερά προσκομιδή και στην Αναίμακτη Θυσία του Εσφαγμένου Αρνίου, όπου όσο ζω και αναπνέω θα μνημονεύω: « Μετά των Αγίων ανάπαυσον Χριστέ την ψυχήν του δούλου σου Εμμανουήλ ιερέως του και πνευματικού μου πατρός».

Ας μη μας ξεχνάς, παππούλη μου φιλόστοργε, και ας μη μάς εγκαταλείψουν οι προσευχές σου από κεί ψηλά, όπου τώρα ιερουργείς…

Να έχουμε την ευχή του!

 



| |

Ακολουθήστε μας στα social media