top line
logo

Φιλοθέη Μπενιζέλου, Η Αθηνιώτισσα - Ο μεγάλος δρόμος

Δημήτρη Σ. Φερούση

Το ότι η Φιλοθέη ξεχώρισε το πατρικό της σπίτι για να το μετατρέψει σε μοναστήρι και παρθενώνα, δεν ήταν τυχαίο. Ήθελε να δώσει συνέχεια σε μια ζωή και σ' ένα περιβάλλον που, από νήπιο ακόμα, της χάριζε νόημα και σκοπό.
Το καινούριο διακόνημά της ήθελε να είναι μια εξέλιξη της προσφοράς των Μπενιζέλων. Έτσι, όπως συμβαίνει στην Ορθοδοξία, που η Αγία Τράπεζα είναι συνέχεια του καθημερινού βίου.

Κι ο καθημερινός μόχθος κατάληξη, δωρεά κι ευγνωμοσύνη έχει τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό και η κυρά τ' Αγγέλου δεν μόνασε με θρησκευτικούς υστερισμούς ούτε με αυτοβασανισμούς και άσκοπες σωματικές κακώσεις. Αλλά με λιτότητα. Με ιλαρότητα. Έβαλε προοπτική και σύστημα στη δουλειά της. Και με τέλεια γνώση του τι πίστευε, τι ήθελε και πως θα το πετύχαινε, προχώρησε ανεπηρέαστη και λεύτερη στο εργο της: να σώσει την ψυχή της, μα κι άλλες ψυχές αναμεσίς του λαού της. Να δοξάσει το Νυμφίο της, μα και ν' άνοίξει την καρδιά και το νου όλων εκείνων των κορασίδων της Αθήνας και της Αττικής, που παράδερναν μες στις καθημερινές απειλές των τυράννων και της φτώχειας και της αγραμματοσύνης τον όλεθρο.
Ήθελε κοντολογίς να δείξει, με το δικό της παράδειγμα, τι κατορθώνει μια γυναίκα και κάτω απ' τις πιο ενάντιες συνθήκες, όταν τη φλογίζει μέσα της η πίστη, η γενναιότητα, το δράμα κάποιου ευγενικού και για το κοινό όφελος σκοπού.
Ήξερε η κυρά μαΐστρα της Αθήνας πως δε νοείται μοναχή ορθόδοξη που ν' αγρυπνάει, να νηστεύει και να προσεύχεται τους χαλεπούς τούτους χρόνους μοναχά για τον εαυτό της. Και πως η ψυχή μέσα στη φιλανθρωπία και στην αγάπη των αδελφών της βιώνει το μοναχισμό, βρίσκεται στο σωστό δρόμο.
Έχει κι η Φιλοθέη την κέλα της, το σκοτεινό και χωμένο στη γη λαγούμι, που το λέει ασκηταριό ...
- ' Αμποτες όλοι μας να ‘χαμε το δικό μας ασκηταριό !
Όμως εκεί αποσύρεται μονάχα για να στοχαστεί. Να αυτοσυγκεντρωθεί στη θεία μοναξιά. Να πάρει φωτισμένες αποφάσεις κι ύστερα ξανά να ριχτεί με ζήλο και θάρρος στον αγώνα. Να δουλέψει στ' αμπέλι του Κυρίου της.
- Μάνα, Παναγιά μου, σε ικετεύω, θρέψε με την αγρύπνια και το κλάμα μου τις καρδιές των αδελφών μου. Πονάνε και πασχίζουν να έρθουνε κοντά σου. Λύτρωσέ τους από την αμάθεια, το φόβο και τη σκλαβιά.
Η Αθήνα κείνη την εποχή δεν είχε τειχιά ένα γύρω, για να την προστατεύουν από γιουρούσια κι επιδρομές. Μονάχα τα ντουβάρια των σπιτιών πρόσφεραν κάποια φύλαξη, αν τύχαινε να της ριχτούν μπουλούκια ή κούρσα.
Μπαινόβγαιναν έτσι ανενόχλητοι καστρινοί, σαρικοφόροι περαστικοί, καβαλάρηδες, ξωμάχοι, πραματευτάδες και λογής - λογής έμποροι. Πάντα όμως το βλέμμα του βοϊβόδα και του δισδάρη ήταν άγρυπνο.
Έτσι και η κυρά μαΐστρα Φιλοθέη, όπως τη λέγανε τώρα Γραικοί και Μουσουλμάνοι, είχε πάντοτε ανοιχτές τις πόρτες και τα παραθύρια της σ' όσους την είχαν ανάγκη. Η αφεντιά της ποτέ δεν έλεγε όχι, ακόμα και σε μπουλούκια δυστυχισμένων και κατατρεγμένων που της ζητούσαν φύλαξη και βοήθεια. Και ξεχωριστά δεν έλεγε όχι στις Ρωμιές ή Τουρκοπούλες που ζητούσαν να μπούνε στον παρθενώνα της ως μαθήτριες ή μοναστηρίσιες.
Τρέμουν τα φυλλοκάρδια του κοινοβίου κάθε φορά που μια κατατρεγμένη ύπαρξη ζητάει την ηγουμένη για να ελεηθεί. Πού ξέρεις ποιό γεράκι της μισοφέγγαρης βρίσκεται ξωπίσω κυνηγώντας αυτό το πλάσμα.
Μα η Φιλοθέη αγνοεί τι θα πει κιότεμα. Φοβέρα του Αγαρηνού. Σάμπως καταμεσής στο μεϊντάνι που είναι πλάι στο μεγάλο τσαρσί δε γλύτωσε απ' τα χέρια του ζαμπίτη ένα ραγιά που εκείνος τον ράβδιζε ώρες με άχτι;
Η Αθήνα κι ολάκερη η Ρωμιοσύνη έχει ανάγκη τώρα από άξια χέρια. Από άγρυπνα μάτια και μυαλά ξεφτέρια. Οι χαραμάδες με φως ελπίδας είναι πάμπολλες. Χρειάζονται ψυχωμένες ανοιχτές καρδιές, να φωτίσουν το Γένος.
Και δωπέρα, μπροστά στη μούρη του δυνάστη, έχει υψώσει τ' ανάστημά της η Φιλοθέη Μπενιζέλου. Είναι η ηγουμένη τ' Άϊ-Αντρέα, που σαν όρνιθα καλεί τα παιδιά της να τα σώσει!... «Διότι ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια εκείνης και γλυκύτατα λόγια ή ποία το πράον της γνώμης και την πάσαν των αγαθών σύρροιαν κατανοούσα, δεν ήθελεν ελκυσθή ως υπό μαγνήτου ο σίδηρος; Το δε εις τους δεομένους συμπαθές και φιλάνθρωπον και την καθημερινήν φροντίδα και έγνοιαν , όπου είχεν υπέρ αυτών, ποιούσα και λέγουσα μετά Παύλου, “τις ασθενεί και ουκ ασθενώ;”, ποίος ήθελεν ημπορέσει αξίως να επαινέση;».

Φιλοθέη Μπενιζέλου, Η Αθηνιώτισσα,
εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Αθήνα 2019, σελ. 161-163



| |

Ακολουθήστε μας στα social media