Aρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκας: Μια… Αγιορείτικη μαρτυρία
Μοναχού Αββακούμ Αγιορείτου
«… Τη σύντομη αυτή αναφορά μας σ’ εκείνο το σπουδαστικό «προνόμιο» της ψαλτικής εκπροσώπησης στο Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, ας κλείσουμε με λίγες λέξεις στην ιερή μνήμη του Μακαριστού Ιεράρχη κυρού Σεραφείμ με σύντομη αναγωγή μας στα χρόνια πριν γίνει Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, όταν δηλαδή ήταν Μητροπολίτης Ιωαννίνων.
Όσοι διήνυσαν εκείνα τα χρόνια την εξάχρονης διάρκειας διαδρομή, ως οικότροφοι και σπουδάζοντες στην Ιερά Μονή Βελλάς, στο Ιεροδιδασκαλείο της, είχαν την ευκαιρία τουλάχιστο για μερικές στιγμές κατά –άλλοτε πυκνότερα κι άλλοτε αραιότερα– χρονικά διαστήματα να συμπορευθούν, να συντραγουδήσουν, να συμψάλλουν και να συμφάγουν με τον Σεβασμιώτατο τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων. Δεκάδες φορές κάθε χρόνο σε εσπερινούς, σε Χαιρετισμούς, σε Λειτουργίες, Κυριακές και Γιορτές έπαιρνε τη θέση του στο Καθολικό της Μονής κι ύστερα τη θέση του ανάμεσά μας στην κοινή τράπεζα- μαθητών, σπουδαστών και διδακτικού προσωπικού. Άλλοτε εκεί στην τράπεζα και άλλοτε απογευματάκι, σούρουπο έξω, κάτω απ’ τη «μελλικοκιά», έβαζε τους σπουδαστές να ψάλλουν –με ιδιαίτερη προτίμηση στα «Δοξαστικά» και στα «Άξιον εστίν»- κι έψελνε κι εκείνος «κατ’ απαίτησιν όλων» το δικό του ή άλλοτε καλούσε κι έβαζε σπουδαστές να του τραγουδήσουν επιτραπέζια κλέφτικα τραγούδια και σιγοτραγουδούσε κι εκείνος μαζί τους, όταν τους ζητούσε να πουν κάποιο συγκεκριμένο.
Δεν είχε ώρες και μέρες. Μπορούσε να εμφανιστεί οποτεδήποτε γιατί έκανε όπως ένιωθε: Σα στο σπίτι του. Κι οι μαθητές και σπουδαστές, αντί ν’ αποσυρθούν μαζεύονταν «τσαμπιά» τριγύρω.
Όλο και κάποιους θα φώναζε κοντά του. Τα λόγια του ευθύβολα, αφοπλιστικά, πειστικά. Μ’ όποιους να βρισκόταν και σ’ όποιο περιβάλλον, δέσποζε, χωρίς να φαίνεται ότι το επιδιώκει. Τον γνωρίσαμε και στις πολύ αυστηρές στιγμές του. Οι επιπλήξεις του δεν προκαλούσαν φόβο και η ατόφια μερικές φορές αυστηρότητά του καταγραφόταν στη νεανική μας συνείδηση ως σιγουριά για μας, ως ξεχείλισμα πατρικής έγνοιας.
Κατά τη διάρκεια κάθε σχολικού έτους βλέπαμε πιο συχνά αυτόν παρά τους απομακρυσμένους στα χωριά πατεράδες μας –Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρι. Αν ανάμεσά στους μεγάλους δέσποζε το εκ του φυσικού του, επιβλητικό της παρουσίας του, σε μας απλώνονταν και μας σκέπαζε εκείνος ο τεράστιος όγκος της φωνής του, μα προπαντός εκείνο το πηγαίο πατρικό χαμόγελο που έμοιαζε ωσάν να εξακτινώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως το διακρίνει κανείς και στη φωτογραφία που ακολουθεί.
Ανήμερα των Βαΐων πέρυσι βρέθηκα για μία μέρα στην Αθήνα και με μόνο σκοπό τον τελευταίο ασπασμό στο σεπτό σκήνωμα του Ιεράρχη. Έφθασα νωρίς το απόγευμα και τράβηξα πεζοπορώντας προς την πλατεία Μητροπόλεως για τον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Όταν ασπαζόμαστε λείψανα και επί αιώνες άφθαρτα σκηνώματα αγίων, παίρνουμε γεύση εμπειρίας από ζώσα έκφραση δύναμη Αναστάσεως.
Ενίοτε μπορεί να συμβεί αποχαιρετώντας κανείς κοιμηθέντες οικείους και φίλους, γέροντες και σεβάσμιους ιεράρχες, να έχει την αίσθηση (κι όχι απλώς ως συνειρμό), ωσάν να γίνεται για λίγες στιγμές η μνήμη θανάτου ζώσα έκφραση δύναμης Αναστάσεως.
Έσκυψα κι ασπάστηκα το δεξί του χέρι κι είχα την αίσθηση, ωσάν να ασπαζόμουν πολλών αιώνων λείψανο.»
Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγιορείτου Μοναχού Αββακούμ: «Ζαγογοχώρια: από τα Μοναστήρια και τα παλαιά θέσμια του τόπου», Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 20002, σελ. 110-112.




