top line
logo

Χαίρει η φύσις όλη…

Χριστούγεννα στη Μονή του Οσίου Δαβίδ με λειτουργό τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο ήταν μια μοναδική εμπειρία. Μετά την αγρυπνία των Χριστουγέννων αποσύρθηκαν μοναχοί και επισκέπτες για λίγη ξεκούραση στα κελλιά τους. Ο χειμωνιάτικος καιρός και το κρύο μάζευαν όλους σε ζεστούς χώρους.

Στο μοναστήρι, βέβαια, τα κελλιά δεν είχαν θέρμανση και πολύ περισσότερο το κελλάκι το Γέροντα. Στην τραπεζαρία υπήρχε μόνο μια σόμπα, που σκόρπιζε θαλπωρή στους ασυνήθιστους από το κρύο προσκυνητές. Για τους μοναχούς ήταν περιττή, γιατί ο Χριστός θέρμαινε τις ψυχές αυτών που Τον αγαπούσαν «υπέρ πατέρα και μητέρα» και που γι αυτόν εγκατέλειψαν τα πάντα.

     Δύο φοιτητές – προσκυνητές ξεκουράστηκαν κι αυτοί λίγο, αλλά τα κελλιά τους δεν τους κρατούσαν. Βγήκαν έξω για ένα περίπατο στο δάσος. Οδήγησαν τα βήματά τους προς την Καστανιά, μια περιοχή, όπου απολαμβάνει κανείς τη συνεργασία όλων των ειδών των φυτών, όπως δένδρα, θάμνοι, πόες, με τα αγρινά του δάσους και τα πουλιά. Καθώς περπατούσαν, άκουσαν κάποιον να ψάλλει πολύ γλυκά: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε…». Πλησίασαν προς το μέρος, απ΄όπου ερχόταν η ψαλμωδία. Η φωνή τούς φάνηκε γνώριμη, δεν είχαν καμιά αμφιβολία. Ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος, ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος ασφαλώς δε θα είχε πάει να ξεκουραστεί. Είχε προτιμήσει να μεταφέρει το χαρούμενο μήνυμα στην άλογη φύση. Έτσι πήγε και γονάτισε  μέσα στην κουφάλα ενός γέρικου πλάτανου και προσευχόταν με τα χέρια υψωμένα. Το πιο θαυμαστό όμως που αντίκρησαν οι φοιτητές ήταν ότι όλα τα πουλιά του δάσους μαζεύτηκαν και πετούσαν πάνω από το πλατάνι, όπου βρισκόταν ο άγιος αυτός άνθρωπος. Δεν υπήρχε πουθενά αλλού πουλί. Τα γύρω δένδρα γυμνά και άδεια. Όλα τα πουλιά του δάσους μαζεύτηκαν πάνω στο πλατάνι «των Χριστουγέννων», που νόμιζες πως είχε φύλλα, παρότι ως φυλλοβόλα δένδρα την εποχή αυτή τα πλατάνια είχαν ρίξει όλα τα φύλλα στη γη και παρέμεναν γδυτά.

     Όταν ο Γέροντας είδε τους δύο φοιτητές, κατέβασε τα δεητικά χέρια του και σταμάτησε τη δοξολογική του ψαλμωδία. Τότε σταμάτησαν αμέσως τη συμφωνία και τα πουλιά και άρχισαν να πετούν ψηλά και να απομακρύνονται. Σηκώθηκε ο Γέροντας και απευθυνόμενος στους νέους τους λέει: «Να, καλά μου παιδιά! Ήταν τόση η χαρά μου από τη γέννηση του Χριστού, που δεν άντεχα να την έχω μόνος μου και είπα, δεν πηγαίνεις, χαζέ Ιάκωβε, μέσα στο δάσος να ψάλλης «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» και όπως έψελνα, ήλθαν όλα τα πουλιά και έψελναν κι αυτά μαζί μου! Γιορτάζουν κι αυτά τη γέννηση του Θεανθρώπου και δείχνουν τη χαρά τους με τα γλυκόλαλα κελαηδήματά τους».

               Η διήγηση του γεγονότος στηρίχθηκε σε εξιστόριση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ.κ.Νεοφύτου.    


banner


| |

Ακολουθήστε μας στα social media